Ιωάννης Γιώτης, ΣΕΒΤ | Αλέξανδρος Κατραούζος, ΣΕΧΒ | Παναγιώτης Γεροντόπουλος, ΣΒΠΕ

Τρόφιμα, χημικά και πλαστικά περιγράφουν τρεις όψεις της ίδιας πρόκλησης: πώς η ελληνική μεταποίηση θα παραμείνει ανταγωνιστική όταν το κόστος, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι ευρωπαϊκοί κανόνες αλλάζουν ταυτόχρονα.

Oι τοποθετήσεις των εκπροσώπων των τριών κλάδων αποτυπώνουν μια βιομηχανία που δεν αντιμετωπίζει την αβεβαιότητα ως προσωρινή παρένθεση, αλλά ως νέα συνθήκη λειτουργίας. Για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών, το ζητούμενο είναι η διασφάλιση επάρκειας, προσιτών προϊόντων και εξωστρέφειας σε ένα περιβάλλον ανατιμήσεων. Για τη χημική βιομηχανία, η ανταγωνιστικότητα περνά μέσα από το ενεργειακό κόστος, τις πρώτες ύλες, τα αυξανόμενα CAPEX και OPEX και την ανάγκη για συνεκτικό ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο. Για τη βιομηχανία πλαστικών, ο μετασχηματισμός συνδέεται άμεσα με την καινοτομία, την κυκλικότητα, τον επανασχεδιασμό προϊόντων και τη συμμόρφωση με ένα ολοένα πιο απαιτητικό ρυθμιστικό περιβάλλον. Κοινός παρονομαστής είναι η ανάγκη για παραγωγική ανθεκτικότητα που δεν εξαντλείται στην άμυνα απέναντι στις πιέσεις, αλλά μεταφράζεται σε επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, μεγαλύτερη αυτάρκεια και σταθερή συνεργασία επιχειρήσεων και Πολιτείας.

Η βιομηχανία τροφίμων απέναντι στην αβεβαιότητα

Ιωάννης Γιώτης, Πρόεδρος Δ.Σ. Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων (ΣΕΒΤ)

Σε μια εποχή που οι αλλεπάλληλες γεωπολιτικές αναταράξεις και η κλιματική κρίση ενισχύουν την αβεβαιότητα, ο κλάδος Τροφίμων και Ποτών καλείται να αντιμετωπίσει ένα ευρύ πλέγμα προκλήσεων. Στις πιο σημαντικές, κατατάσσονται η αστάθεια στην εφοδιαστική αλυσίδα αλλά και η σημαντική δυσκολία στην προμήθεια πρώτων υλών και υλικών συσκευασίας, με παράλληλη αξιοσημείωτη αναπροσαρμογή στις τιμές, καθότι οι περισσότερες είναι εισαγόμενες.

Για τη Βιομηχανία μας η ακρίβεια είναι ο μεγαλύτερος εχθρός, ενώ η σημαντικότερη περιουσία μας είναι ο καταναλωτής.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιχειρήσεις του κλάδου συνεχίζουν να παράγουν καθημερινά ασφαλή, ποιοτικά, βιώσιμα, προσιτά και καινοτόμα προϊόντα διατροφής, προάγοντας την ευζωία. Παράλληλα, εξασφαλίζουν την επισιτιστική επάρκεια, απορρόφησαν και συνεχίζουν να απορροφούν τις μεγάλες αυξήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και στηρίζουν στην πράξη όλες τις πρωτοβουλίες της Πολιτείας για την ανακούφιση των νοικοκυριών.

Παρά τις δύσκολες συγκυρίες, η Βιομηχανία μας μέσα από σημαντικές επενδύσεις, ειδικά σε έρευνα, νέες τεχνολογίες και καινοτομία, διατηρεί την ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφειά της. Αποτελεί ισχυρό πυλώνα της Εθνικής μας Οικονομίας, τον μεγαλύτερο κλάδο και εργοδότη στην ελληνική Μεταποίηση, με κύκλο εργασιών πάνω από 26 δισ. ευρώ, 376.000 άμεσα και έμμεσα εργαζόμενους και εξαγωγική δραστηριότητα 7,4 δισ. ευρώ σε όλο τον κόσμο.

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Τροφίμων, πιστός στη δέσμευσή του να οδηγεί τη Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών στην επόμενη μέρα, στηρίζει σταθερά κάθε προσπάθεια που ενισχύει τον παραγωγικό διάλογο και την ουσιαστική επικοινωνία με τους Αρμόδιους φορείς και όλους τους κρίκους της αλυσίδας αξίας.

Η ανταγωνιστικότητα απαιτεί κοινή στρατηγική

Αλέξανδρος Κατραούζος, Πρόεδρος, Συνδέσμου Ελληνικών Χημικών Βιομηχανιών (ΣΕΧΒ)

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία και η ελληνική ιδιαίτερα είναι αντιμέτωπη με συνεχείς και σύνθετες προκλήσεις που επηρεάζουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της. Οι απαιτήσεις της πράσινης μετάβασης και της ψηφιοποίησης καλούνται να υλοποιηθούν υπό συνθήκες υψηλού ενεργειακού κόστους, αυξημένης κανονιστικής πίεσης, περιορισμένης πρόσβασης σε κεφάλαια προσιτού κόστους και έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, ο οποίος συχνά δεν διεξάγεται με ίσους όρους.

Ιδιαίτερα για τη χημική βιομηχανία η εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια λόγω του πολέμου στη Μ. Ανατολή δεν επιβαρύνει μόνο το κόστος ενέργειας και πρώτων υλών, αλλά επιβάλλει αλλαγές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στους προμηθευτές, στα αποθέματα και εν τέλει επανασχεδιασμό των προϊόντων. Αναδεικνύονται εντονότερα οι αδυναμίες και εξαρτήσεις που υπήρχαν ήδη στην ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία και επηρεάζουν και την ελληνική.

Η ανθεκτικότητα είναι πλέον συστατικό της ανταγωνιστικότητας και αφορά όχι μόνο τη χρηματοδότηση επενδύσεων σε καθαρές τεχνολογίες, υποδομές, έρευνα και καινοτομία. Παράλληλα με αυξανόμενα CAPEX σε ένα περιβάλλον ανοδικών επιτοκίων, προστίθεται η απαίτηση σε περισσότερα λειτουργικά έξοδα (OPEX): πρώτες ύλες, ενέργεια και μεταφορικά αυξάνονται ασύμμετρα και απορροφούν επίσης κεφάλαια.

Τα οποιαδήποτε μέτρα στήριξης δεν μπορούν να περιορίζονται σε ρυθμιστικές παρεμβάσεις όπως ο CBAM και να επαφίενται στα κράτη-μέλη να αντιμετωπίζουν αποσπασματικά το ενεργειακό κόστος, απαιτείται ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα στηρίζει την παραγωγή σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο.

Στη νέα δύσκολη συγκυρία, έχοντας υπερβεί με επιτυχία προηγούμενες κρίσεις, η ελληνική χημική βιομηχανία επενδύει, παράγει, εξάγει συμβάλλοντας σε ένα πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο. Απαιτείται όμως ένας κοινός βηματισμός επιχειρήσεων, Πολιτείας και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΕΧΒ, συμμετέχοντας ενεργά στον ευρωπαϊκό διάλογο και σε πρωτοβουλίες όπως το Critical Chemicals Alliance, αναδεικνύει την ανάγκη για άμεσες, συντονισμένες και κοινές πρωτοβουλίες. Το στοίχημα της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής και ελληνικής χημικής βιομηχανίας μπορεί να κερδηθεί, αλλά πλέον έχει αποκτήσει κατεπείγοντα χαρακτήρα.

Η βιομηχανία πλαστικών μπροστά στον ανασχεδιασμό της παραγωγής

Παναγιώτης Γεροντόπουλος, Πρόεδρος Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ)

Σε μια περίοδο όπου η αστάθεια παύει να είναι εξαίρεση και μετατρέπεται σε κανονικότητα, η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών καλείται να κινηθεί σε ένα περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο σύνθετο και απαιτητικό.

Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, με πιο πρόσφατη την ένταση στη Μέση Ανατολή, επηρεάζουν το ενεργειακό κόστος και τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων, ενώ το ρυθμιστικό πλαίσιο γίνεται αυστηρότερο και πιο απαιτητικό.

Ωστόσο, ο μετασχηματισμός της βιομηχανίας πλαστικών δεν είναι αποτέλεσμα μόνο αυτών των πιέσεων. Είναι πρωτίστως έκφραση της καινοτομίας που διαχρονικά τη χαρακτηρίζει.

Οι πιέσεις λειτουργούν ως καταλύτης. Η καινοτομία, όμως, στοιχείο διαχρονικά συνυφασμένο με το DNA του κλάδου, είναι εκείνη που δίνει κατεύθυνση.

Και σήμερα αυτή η κατεύθυνση αποτυπώνεται με σαφήνεια στον επανασχεδιασμό των προϊόντων.

Οι απαιτήσεις του ευρωπαϊκού πλαισίου, με αιχμή τον PPWR, κατευθύνουν τις επιχειρήσεις προς λύσεις που σχεδιάζονται εξαρχής ως ανακυκλώσιμες, ενσωματώνουν ανακυκλωμένο περιεχόμενο και απλοποιούν τη σύνθεση των υλικών, ενσωματώνοντας την κυκλικότητα ήδη στον πυρήνα του σχεδιασμού.

Ταυτόχρονα, η παραγωγή μετασχηματίζεται. Οι επιχειρήσεις επενδύουν σε τεχνολογίες που ενισχύουν την ενεργειακή αποδοτικότητα και την ιχνηλασιμότητα των υλικών, ενώ ενσωματώνουν στο σχεδιασμό τους τις νέες απαιτήσεις για ουσίες σε επαφή με τρόφιμα, όπως οι περιορισμοί στη δισφαινόλη Α, καθώς και τις επικείμενες ρυθμίσεις για τις PFAS.

Την ίδια στιγμή, οι αδυναμίες της ευρωπαϊκής ανακύκλωσης και οι αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα λειτουργούν ως πρόσθετα βάρη, αναδεικνύοντας την ανάγκη για πιο ανθεκτικά και αυτάρκη παραγωγικά μοντέλα.
Ο μετασχηματισμός της βιομηχανίας πλαστικών δεν είναι, επομένως, μια παθητική προσαρμογή στις πολλαπλές πιέσεις αυτής της «τέλειας καταιγίδας» που διέρχεται.

Είναι μια απρόσκοπτη πορεία εξέλιξης, όπου η καινοτομία παραμένει η κινητήριος δύναμη που διαμορφώνει το μέλλον του κλάδου.