Aπό την Τεχνητή Νοημοσύνη και την ενεργειακή αποδοτικότητα έως τις κρίσιμες πρώτες ύλες, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και το ανθρώπινο δυναμικό, επτά βιομηχανίες περιγράφουν τις αλλαγές που επανακαθορίζουν την παραγωγή.
A πό την πρώτη μηχανή που άλλαξε τον ρυθμό του εργοστασίου μέχρι τις γραμμές παραγωγής που οργανώθηκαν γύρω από την ταχύτητα, την τυποποίηση και την κλίμακα, κάθε βιομηχανική περίοδος είχε το δικό της μέτρο προόδου. Σήμερα, αυτό το μέτρο γίνεται πιο σύνθετο.
Η παραγωγή διαβάζεται μέσα από τα δεδομένα που αξιοποιεί, την ενέργεια που χρειάζεται, τις αλυσίδες που τη στηρίζουν, τις τεχνολογίες που ενσωματώνει και τους ανθρώπους που μπορούν να την οδηγήσουν στην επόμενη φάση. Οι απαντήσεις επτά βιομηχανικών επιχειρήσεων στο Manufacturing δείχνουν ότι η αλλαγή δεν είναι ομοιόμορφη, αλλά έχει κοινό πυρήνα: η παραγωγή γίνεται πιο ψηφιακή, πιο απαιτητική, πιο εκτεθειμένη σε διεθνείς πιέσεις και πιο στενά συνδεδεμένη με τη στρατηγική ανθεκτικότητα. Από την τσιμεντοβιομηχανία και τη χαλυβουργία έως τη μεταποίηση τροφίμων, την εξόρυξη, την αμυντική τεχνολογία και τα καταναλωτικά προϊόντα, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο τι παράγει μια βιομηχανία, αλλά με ποια τεχνολογία, με ποιο κόστος, με ποιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα και με ποια οργανωτική ετοιμότητα μπορεί να συνεχίσει να το παράγει.
Φωνές από τις βιομηχανίες

Η τεχνολογία ως νέο λειτουργικό υπόστρωμα
Για τον Τιτάνα, η μεγαλύτερη αλλαγή που διαμορφώνει σήμερα το νέο παραγωγικό μοντέλο της βιομηχανίας είναι η τεχνολογία και ειδικά η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Περικλόπουλος, Cement & Aggregates Operations Director, TITAN: «Η εκθετική πρόοδος της τεχνολογίας και, ειδικά, της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) είναι η σημαντικότερη αλλαγή που διαμορφώνει σήμερα το νέο παραγωγικό μοντέλο της βιομηχανίας. Η ταχύτητα με την οποία ωριμάζουν οι τεχνολογίες και οι ψηφιακές λύσεις μετατρέπουν την παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα από μια γραμμική διαδικασία σε ένα “έξυπνο” σύστημα συνεχούς μάθησης και βελτίωσης: οι αποφάσεις βασίζονται σε δεδομένα σε πραγματικό χρόνο, οι παρεμβάσεις γίνονται προληπτικά και η αποδοτικότητα βελτιώνεται με μετρήσιμο τρόπο. Έτσι μετασχηματίζεται ο ΤΙΤΑΝ από έναν παραδοσιακό παραγωγό τσιμέντου σε έναν παγκόσμιο παίκτη προηγμένων υλικών για βιώσιμη δόμηση σε υποδομές, κατοικίες, και τουρισμό».
Η τεχνολογία, όμως, δεν λειτουργεί αποκομμένα από την ενεργειακή μετάβαση και την αποδοτικότητα. Στην περίπτωση του Τιτάνα, η βιομηχανική ΤΝ συνδέεται ευθέως με τη μείωση κατανάλωσης, την παραγωγικότητα και τα προϊόντα χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος: «Επενδύουμε συστηματικά σε βιομηχανική ΤΝ και τεχνολογίες πράσινης μετάβασης με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας και την παραγωγή προϊόντων χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος. Την τελευταία πενταετία πετύχαμε 10% αύξηση παραγωγικότητας, μείωση κατανάλωσης ενέργειας 10% και μείωση 25% των άμεσων εκπομπών CO2 μέσω της χρήσης εναλλακτικών καυσίμων (συνεπεξεργασία)», επισημαίνει ο κ. Περικλόπουλος.
Την ίδια προσέγγιση μεταφέρει ο όμιλος και στην εφοδιαστική αλυσίδα, όπου η ψηφιακή παρακολούθηση, η τηλεματική και οι πλατφόρμες παραγγελιών γίνονται μέρος της παραγωγικής εμπειρίας: «Την ίδια προσέγγιση καινοτομίας εφαρμόζουμε σε θέματα εφοδιαστικής αλυσίδας, με την υιοθέτηση ψηφιακών λύσεων στη διακίνηση προϊόντων (χρήση τηλεματικής και ανανέωση στόλου, ψηφιακή πλατφόρμα υποβολής και παρακολούθησης παραγγελιών) που βελτιστοποιούν την εξυπηρέτηση των πελατών μας», εξηγεί ο κ. Περικλόπουλος.
Στην Παπουτσάνης, η ίδια μετατόπιση αποτυπώνεται μέσα από τον ψηφιακό πυρήνα του οργανισμού. Η τεχνολογία δεν εμφανίζεται ως μεμονωμένη επένδυση, αλλά ως προϋπόθεση για αποδοτικότητα, ROI, αυτοματοποίηση και καλύτερη διαχείριση της αλυσίδας αξίας. Όπως σημειώνει ο Αλέξανδρος Σκανδαλάκης, Chief Transformation Officer, Papoutsanis: «Το σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα και αυξανόμενη πολυπλοκότητα. Οι επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα πλαίσιο μεταβολών στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ευελιξίας στη διαχείριση ενέργειας και πρώτων υλών, καθώς και ταχέων τεχνολογικών εξελίξεων και αυξημένων απαιτήσεων από πελάτες και κανονιστικά πλαίσια.
Οι οργανισμοί που επενδύουν στοχευμένα δεν ακολουθούν απλώς τις εξελίξεις, αλλά διαμορφώνουν τη θέση τους στην αγορά, μετατρέποντας τις προκλήσεις σε ευκαιρίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Παπουτσάνης είναι ξεκάθαρα προσανατολισμένη για την επόμενη τριετία στη δημιουργία άμεσης αξίας και στη θεμελίωση μακροχρόνιου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος.»
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποκτά καθαρά επιχειρησιακή διάσταση: «Για τις σύγχρονες επιχειρήσεις αποτελεί καθοριστικό παράγοντα η ενίσχυση του ψηφιακού πυρήνα του οργανισμού, με επένδυση σε έργα όπως η ολοκλήρωση ενός σύγχρονου ERP, η διασύνδεση των συστημάτων, αλλά και η εισαγωγή data analytics & business intelligence εργαλείων. Επιπλέον, η βελτιστοποίηση των λειτουργιών, η αύξηση της παραγωγικότητας και η μείωση του κόστους, με στόχο τη βελτίωση της κερδοφορίας και γρήγορου ROI, αποτελεί μία από τις επόμενες κύριες προτεραιότητες. Επενδύσεις στη χρήση ΑΙ σε κάθε τομέα της επιχείρησης θα αυξηθούν με ταχείς ρυθμούς, όπως επίσης και στοχευμένες επενδύσεις αυτοματοποίησης και μείωσης κόστους σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα (παραγωγή και supply chain), συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του ενεργειακού κόστους, θα εντατικοποιηθούν», λέει ο κ. Σκανδαλάκης.
Στη Dunapack Packaging Hellas, η ίδια συζήτηση περνά μέσα από την αυτοματοποίηση της παραγωγής, τα δεδομένα, τη διασύνδεση συστημάτων και το predictive maintenance. Όπως σημειώνει ο Βασίλειος Έξαρχος, Cluster Managing Director, Dunapack Packaging: «Τα τελευταία έτη, η Dunapack Packaging Hellas έχει επενδύσει σταθερά και με συνέπεια στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την αυτοματοποίηση της παραγωγής της.
Η επιλογή αυτή μας έδωσε σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η επόμενη τριετία δεν σηματοδοτεί επιβράδυνση των επενδύσεων σε τεχνολογικό εξοπλισμό, αλλά στρατηγική τους εξέλιξη. Συνεχίζουμε να επενδύουμε, πιο στοχευμένα και με αυστηρότερη επιχειρησιακή λογική, κεφαλαιοποιώντας παράλληλα τη σημαντική τεχνολογική βάση που έχουμε ήδη δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια. Πρώτος βασικός άξονας είναι η συνεχιζόμενη επένδυση σε δεδομένα, διασύνδεση συστημάτων, predictive maintenance και εργαλεία που ενισχύουν την ορατότητα και την ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Για εμάς, η τεχνολογία αποδίδει μόνο όταν μεταφράζεται σε καθημερινή επιχειρησιακή υπεροχή».
Στην THEON, η τεχνολογία αποκτά σύνθετη μορφή, καθώς η βιομηχανική εξέλιξη συνδέεται με αισθητήρες, συγχώνευση δεδομένων, ψηφιακές αρχιτεκτονικές, λογισμικό και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Όπως αναφέρει ο Γιώργος Παπαγεωργίου, Managing Director Theon Sensors: «Κατά την επόμενη τριετία, η επενδυτική στρατηγική της THEON αναμένεται να επικεντρωθεί σε τομείς που ενισχύουν τόσο την τεχνολογική υπεροχή, τη ψηφιοποίηση, όσο και τη μακροπρόθεσμη επιχειρησιακή της ανθεκτικότητα. Πρώτη προτεραιότητα παραμένει η περαιτέρω ανάπτυξη του βασικού τεχνολογικού της πυρήνα στους τομείς της νυχτερινής όρασης και θερμικής απεικόνισης των ηλεκτρο-οπτικών συστημάτων του σύγχρονου μαχητή αλλά και επιχειρησιακών πλατφορμών, όπως στρατιωτικά οχήματα και UAVs. Η διαρκής επένδυση σε αισθητήρες, καθώς και η συστηματική ανάπτυξη νέων τεχνολογιών συγχώνευσης δεδομένων και ψηφιακών αρχιτεκτονικών, διασφαλίζουν τη διατήρηση της ανταγωνιστικής θέσης της εταιρείας σε μια ιδιαίτερα απαιτητική διεθνή αγορά».
Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η μετάβαση από το προϊόν στο σύστημα. Η βιομηχανική αξία δεν περιορίζεται πλέον στην παραγωγή εξοπλισμού, αλλά επεκτείνεται στη διαλειτουργικότητα, το λογισμικό και την επιχειρησιακή υποστήριξη.
«Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση αναμένεται να δοθεί στη μετάβαση από μεμονωμένα οπτρονικά προϊόντα σε ολοκληρωμένες λύσεις συστημάτων εγκατεστημένα σε ψηφιακές εφαρμογές και προηγμένες πλατφόρμες. Η ενσωμάτωση hardware και λογισμικού σε ενιαία συστήματα αυξάνει την προστιθέμενη επιχειρησιακή αξία και ανταποκρίνεται στην αυξανόμενη ανάγκη των τελικών χρηστών για διαλειτουργικές και επεκτάσιμες λύσεις πεδίου, που υποστηρίζονται από απομακρυσμένα συστήματα και εφαρμογές ΑΙ.
Σημαντικός ρόλος αποδίδεται και στις επενδύσεις σε λογισμικό και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, με έμφαση σε ώριμες, αλλά και καινοτόμες επιχειρησιακά εφαρμόσιμες λειτουργίες, όπως η υποστήριξη λήψης αποφάσεων και η προηγμένη επεξεργασία εικόνας», σημειώνει ο ο κ. Παπαγεωργίου.
Η ενέργεια ως όρος ανταγωνιστικότητας
Αν η τεχνολογία είναι το λειτουργικό υπόστρωμα της νέας παραγωγής, η ενέργεια παραμένει ένας από τους πιο καθοριστικούς όρους ανταγωνιστικότητας. Αυτό αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στη θέση της Χαλυβουργίας Ελλάδος, καθώς ο κλάδος της χαλυβουργίας ανήκει στους πλέον ενεργοβόρους και κεφαλαιουχικά απαιτητικούς κλάδους της βιομηχανίας.
Όπως σημειώνει η Αλεξάνδρα Καπελετζή, Communications Manager Χαλυβουργία Ελλάδος: «Ο κλάδος της Χαλυβουργίας αλλά και της βαριάς βιομηχανίας γενικότερα είναι κατεξοχήν ενεργοβόρος κλάδος με μεγάλες ανάγκες για κεφαλαιουχικές δαπάνες (επενδύσεις). Οι ανάγκες αυτές αφορούν στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, ώστε να είναι κανείς διαρκώς ανταγωνιστικός, στην περιβαλλοντική αναβάθμιση ώστε να εξασφαλίζεται η βιωσιμότητα των δραστηριοτήτων καθώς και στην ασφάλεια, με όλους αυτούς τους τομείς να αποτελούν διαρκείς προτεραιότητες ισότιμης σημασίας».
Η τοποθέτηση αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο: η ενεργειακή μετάβαση για τη βαριά βιομηχανία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το κόστος. Η διαθεσιμότητα ενέργειας δεν επαρκεί, εάν δεν συνοδεύεται από διεθνώς ανταγωνιστικούς όρους. «Επομένως, ο πρώτος τομέας αφορά στην ενεργειακή ασφάλεια μέσω της εξασφάλισης διεθνούς ανταγωνιστικού κόστους ενέργειας. Δεν είναι δηλαδή ζητούμενο να υπάρχει απλώς διαθέσιμη ενέργεια, όπως πολλές φορές αφήνεται να εννοηθεί. Το ζητούμενο είναι η ενέργεια να είναι με ανταγωνιστικούς όρους, σύμφωνα με τις διεθνείς τιμές. Για να επιτευχθεί αυτό μπορεί μια βιομηχανία να κάνει από την δική της πλευρά ενέργειες όπως επενδύσεις σε ΑΠΕ κτλ., υπό την προϋπόθεση ότι το εθνικό ενεργειακό πλαίσιο υποστηρίζει αποτελεσματικά αυτή την κατεύθυνση», λέει η κυρία Καπελετζή.
Στην ίδια τοποθέτηση, η τεχνολογική αναβάθμιση και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης εμφανίζονται ως αναγκαία συνθήκη ακόμα και για παραδοσιακούς κλάδους: «Ο δεύτερος τομέας είναι ο διαρκής τεχνολογικός εκσυγχρονισμός μέσω καφαλαιουχικών δαπανών ώστε να διατηρείται η ανταγωνιστικότητα στο συνολικό κόστος μίας βιομηχανίας. Σήμερα αυτό απαιτεί επενδύσεις τόσο σε εξοπλισμό όσο και σε software αλλά και αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ). Συνεπώς οι βιομηχανίες οφείλουν να παρακολουθούν διαρκώς τις τεχνολογικές εξελίξεις που τρέχουν με ραγδαίο ρυθμό ακόμα και σε παραδοσιακούς κλάδους, όπως η Χαλυβουργία».
Η περιβαλλοντική αναβάθμιση, επίσης, τίθεται όχι ως παράλληλη πολιτική συμμόρφωσης, αλλά ως επενδυτικό πεδίο με τεχνικό βάθος. «Ο τρίτος τομέας είναι η περιβαλλοντική αναβάθμιση, πέραν φυσικά των κανονισμών και ορίων που θέτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Εκεί, απαιτείται αυστηρός έλεγχος των συνθηκών καθώς και επένδυση στην έρευνα και ανάπτυξη εσωτερικών διεργασιών που θα συμβάλουν στην αειφόρο ανάπτυξη, η οποία αποτελεί στόχο κάθε υπεύθυνης βιομηχανίας. Ήδη την τελευταία τριετία έχουν πραγματοποιηθεί επενδύσεις άνω των 35 εκατ. ευρώ και έχουν δρομολογηθεί για το άμεσο μέλλον νέες επενδύσεις αντιστοίχου μεγέθους με τη συμμετοχή θυγατρικών εταιρειών, με ίδια κεφάλαια και διεθνή χρηματοδότηση, προκειμένου να επιτευχθούν οι προαναφερθέντες στόχοι», τονίζει η κα Καπελετζή.
Στη ΜΕΒΓΑΛ, η ενεργειακή αποδοτικότητα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοντέλο βιώσιμης μεταποίησης τροφίμων, μαζί με την ανάπτυξη προϊόντων, τη μείωση αποβλήτων, τις βιώσιμες συσκευασίες και την τεχνολογία. Όπως σημειώνει η Κατερίνα Κουγιανού, Διευθύντρια Εργοστασίου ΜΕΒΓΑΛ: «Στη σημερινή βιομηχανία της μεταποίησης τροφίμων που ανήκει η ΜΕΒΓΑΛ, η ιεράρχηση επενδύσεων για την επόμενη τριετία οφείλει να εστιάζει σε τομείς που συνδυάζουν διατροφική αξία, καινοτομία και περιβαλλοντική υπευθυνότητα. Δύο βασικοί άξονες ξεχωρίζουν: η ανάπτυξη προϊόντων που ανταποκρίνονται στις διατροφικές τάσεις της κάθε εποχής και οι επενδύσεις ή συνεργασίες για πιο βιώσιμα παραγωγικά πρότυπα».
Η παραγωγή τροφίμων δείχνει μια άλλη όψη της βιομηχανικής αλλαγής: η ανταγωνιστικότητα δεν κρίνεται μόνο στο κόστος ή στην τεχνολογία, αλλά και στην ικανότητα της βιομηχανίας να απαντά σε νέες διατροφικές και καταναλωτικές ανάγκες. «Στον κλάδο μας τόσο γιαούρτι όσο και το κεφίρ αποτελούν δύο πολύ δυναμικά αναπτυσσόμενες κατηγορίες, χάρη στα σημαντικά οφέλη που προσφέρουν στην υγεία, όπως η υψηλή διατροφική αξία, η συμβολή στην καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος και η καθαρή ετικέτα σαν φυσικά και λειτουργικά τρόφιμα. Επενδύσεις σε καινοτόμα προϊόντα (π.χ. υψηλής πρωτεΐνης, εμπλουτισμένα γιαούρτια κ.α.), σε έρευνα και ανάπτυξη, αλλά και σε σύγχρονες γραμμές παραγωγής, μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα και να καλύψουν τις νέες καταναλωτικές ανάγκες», σημειώνει η κα Κουγιανού.
Ταυτόχρονα, η περιβαλλοντική διάσταση αποκτά πρακτικό περιεχόμενο: «Παράλληλα, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Επενδύσεις σε ενεργειακή αποδοτικότητα, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μείωση αποβλήτων και βιώσιμες συσκευασίες συμβάλλουν τόσο στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος όσο και στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας για τον καταναλωτή».
Στον κλάδο της συσκευασίας, η Dunapack Packaging Hellas φέρνει τη συζήτηση στο πεδίο της κυκλικής οικονομίας, όπου η βιωσιμότητα δεν λειτουργεί ως συμπληρωματική επιλογή, αλλά ως μέρος του ίδιου του επιχειρηματικού μοντέλου. Όπως αναφέρει ο κ. Έξαρχος: «Δεύτερος βασικός άξονας είναι η ενεργειακή αποδοτικότητα και η βιωσιμότητα. Όχι ως επικοινωνιακή επιλογή, αλλά ως στρατηγική ανάγκη. Ως εταιρεία συσκευασιών από κυματοειδές χαρτόνι, βιώνουμε την κυκλική οικονομία εξ ορισμού: από τις πρώτες ύλες έως το τελικό προϊόν, η ανακύκλωση και η αποδοτική χρήση των πόρων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του επιχειρηματικού μας μοντέλου. Η μείωση του κόστους και του περιβαλλοντικού αποτυπώματος είναι αναπόσπαστο μέρος της αξίας που προσφέρουμε στους πελάτες μας».

Από τη βιωσιμότητα στη στρατηγική ανθεκτικότητα
Η περίπτωση της Ελληνικός Χρυσός δείχνει ότι η βιωσιμότητα, η τεχνολογία και η παραγωγική στρατηγική συνδέονται πλέον με την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Όπως αναφέρει ο Μιχάλης Παπασωτηρίου, Deputy General Manager & Head of Operations: «Στην Ελληνικός Χρυσός αντιμετωπίζουμε τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο όχι ως θεωρία, αλλά ως μια αλλαγή που υλοποιείται ήδη στην πράξη. Η σύγχρονη βιομηχανία επαναπροσδιορίζεται μέσα από τη σύγκλιση της ενεργειακής μετάβασης, της τεχνολογίας και της ανάγκης για βιώσιμη λειτουργία.
Για εμάς, αυτό σημαίνει συγκεκριμένες επιλογές: επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες, ενσωμάτωση καινοτομίας στις καθημερινές λειτουργίες και συστηματική μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος σε όλο το φάσμα της δραστηριότητάς μας».
Το παράδειγμα της ηλεκτροκίνησης στη μεταφορά μεταλλευμάτων δείχνει πώς η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν εξαντλείται σε μεγάλες στρατηγικές δηλώσεις, αλλά αποτυπώνεται σε συγκεκριμένες λειτουργικές αποφάσεις. «Η εισαγωγή των πρώτων ηλεκτρικών φορτηγών βαρέως τύπου στον ελληνικό, μεταλλευτικό κλάδο αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η μεταφορά μεταλλευμάτων από την Ολυμπιάδα στο Στρατώνι πραγματοποιείται πλέον με οχήματα μηδενικών εκπομπών κατά τη χρήση, μειώνοντας αισθητά τον θόρυβο και την επιβάρυνση για τις τοπικές κοινωνίες. Πρόκειται για μια ουσιαστική παρέμβαση που συνδέει τη μεταλλευτική δραστηριότητα με την ηλεκτροκίνηση και τη βιώσιμη λειτουργία», λέει ο κ. Παπασωτηρίου.
Ωστόσο, η στρατηγική διάσταση της εξορυκτικής βιομηχανίας δεν περιορίζεται στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Συνδέεται και με τον ρόλο των μετάλλων στην ενεργειακή και ψηφιακή μετάβαση. «Την ίδια στιγμή, η αυξανόμενη ζήτηση για μέταλλα όπως ο χαλκός, αναδεικνύει τον κρίσιμο ρόλο της εξορυκτικής βιομηχανίας στην ενεργειακή και ψηφιακή μετάβαση. Για την Ελληνικός Χρυσός, αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων μας συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία αξίας, όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόκληση και ταυτόχρονα η ευκαιρία, για τη βιομηχανία είναι σαφής: να παράγει με τρόπο πιο καθαρό, πιο αποδοτικό και πιο υπεύθυνο, δημιουργώντας μετρήσιμη αξία για την οικονομία και την κοινωνία», επισημαίνει ο κ. Παπασωτηρίου.
Στην Theon, η ανθεκτικότητα λαμβάνει και γεωβιομηχανική διάσταση, καθώς οι συνεργασίες, η ευρωπαϊκή αυτάρκεια και η μείωση εξαρτήσεων γίνονται μέρος της βιομηχανικής στρατηγικής: «Παράλληλα, οι βιομηχανικές συνεργασίες και οι επιλεκτικές εξαγορές στην Ευρώπη μπορούν να ενισχύσουν την κλίμακα και την ευρωπαϊκή βιομηχανική αυτάρκεια, διευρύνοντας τις δυνατότητες της THEON και μειώνοντας την εξάρτησή της από τους Αμερικανικούς Κανονισμούς Διεθνούς Εμπορίας Αμυντικού Υλικού (ITAR-free). Τέλος, επενδύσεις σε παραγωγικές υποδομές, στην εφοδιαστική αλυσίδα και υπηρεσίες υποστήριξης κύκλου ζωής αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη μακροχρόνια σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες. Σε αυτό το πλαίσιο, η THEON επιδιώκει να ισορροπήσει την καινοτομία και την ταχύρυθμη ανάπτυξη με τη βιομηχανική ωριμότητα, ενισχύοντας τον ρόλο της ως ολοκληρωμένος πάροχος αμυντικών λύσεων», λέει ο κ. Παπαγεωργίου.
Το προϊόν, η αγορά και η τεχνολογία συναντώνται
Στη μεταποίηση τροφίμων, η τεχνολογία λειτουργεί ως καταλύτης που συνδέει παραγωγή, ποιότητα, ιχνηλασιμότητα και ανταπόκριση στην αγορά. Η ΜΕΒΓΑΛ περιγράφει ένα μοντέλο όπου προϊόν, περιβάλλον και τεχνολογία δεν αποτελούν ξεχωριστές επιλογές, αλλά τρεις πλευρές της ίδιας αναπτυξιακής λογικής.
«Ο ψηφιακός μετασχηματισμός λειτουργεί ως καταλύτης για τα παραπάνω. Η αξιοποίηση δεδομένων, η αυτοματοποίηση παραγωγής και η ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας βελτιώνουν την αποδοτικότητα, διασφαλίζουν ποιότητα και επιτρέπουν πιο άμεση ανταπόκριση στις ανάγκες της αγοράς.
Συνολικά, η ισορροπημένη επένδυση σε προϊόν, περιβάλλον και τεχνολογία διαμορφώνει ένα βιώσιμο και ανταγωνιστικό μοντέλο ανάπτυξης για το μέλλον», λέει η κα Κουγιανού.
Αντίστοιχα, στην Παπουτσάνης, η ανάπτυξη του χαρτοφυλακίου και η οργανωτική προσαρμογή παραμένουν βασικές παράμετροι της επόμενης φάσης: «Παράλληλα, σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον, επενδύσεις στο χαρτοφυλάκιο (είτε μέσω ανάπτυξης προϊοντικών επεκτάσεων, νέων προϊόντων ή εξαγορών) παραμένουν διαχρονικά σημαντικές για την περαιτέρω ανάπτυξη και εξέλιξη. Καμία από τις παραπάνω επενδύσεις δεν μπορεί, φυσικά να αποδώσει τα μέγιστα χωρίς τη σωστή οργανωτική υποστήριξη και ανάπτυξη του ανθρωπίνου δυναμικού. Η επένδυση στην προσέλκυση, εκπαίδευση, ανάπτυξη, αλλά και διατήρηση του ανθρωπίνου δυναμικού αποτελούν σημαντικό επενδυτικό πυλώνα. Συνεπώς σε ένα συνεχώς εξελισσόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον, οι επενδύσεις δεν αποτελούν απλώς εργαλείο ανάπτυξης, αλλά βασικό μηχανισμό προσαρμογής και ανθεκτικότητας», τονίζει ο κ. Σκανδαλάκης.
Αντίστοιχη έμφαση στο ανθρώπινο δυναμικό δίνει και η Dunapack Packaging Hellas, συνδέοντας τις δεξιότητες με την απόδοση της αυτοματοποίησης. «Τρίτη προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού, με έμφαση σε ψηφιακές, τεχνικές και ηγετικές δεξιότητες. Σε ένα περιβάλλον υψηλής αυτοματοποίησης, οι άνθρωποι παραμένουν ο καταλύτης που μετατρέπει την τεχνολογία σε πραγματική επιχειρηματική αξία. Η στοχευμένη επένδυση σε βιωσιμότητα και ανθρώπους συνθέτει το επόμενο κεφάλαιο βιώσιμης ανάπτυξης για τη Dunapack Packaging Hellas», σημειώνει ο κ. Έξαρχος.
Το ανθρώπινο δυναμικό επανέρχεται και στην τοποθέτηση του Τιτάνα, ως κρίσιμη προϋπόθεση για να μετατραπεί η τεχνολογία σε πραγματική παραγωγική αξία: «Για να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα της τσιμεντοβιομηχανίας με την τεχνολογική πρόοδο αρωγό, απαιτείται απλό και δίκαιο πλαίσιο -κανονιστικό και χωροταξικό-, ταχεία αδειοδότηση και κίνητρα για επενδύσεις. Επίσης, σημαντική προϋπόθεση είναι η συνεχής ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού για νέες ψηφιακές δεξιότητες και τα προϊόντα του μέλλοντος, στρατηγική προτεραιότητα για εμάς. Με τις κατάλληλες πρωτοβουλίες και από την πλευρά της Πολιτείας, η τεχνολογία και η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να αποτελέσουν μοχλό ανάπτυξης και δημιουργίας αξίας για την οικονομία και την κοινωνία», όπως λέει ο κ. Περικλόπουλος.

Η νέα εξίσωση της παραγωγής
Το κοινό συμπέρασμα από τις επτά τοποθετήσεις είναι ότι το νέο παραγωγικό μοντέλο δεν έχει μία μόνο αφετηρία. Για άλλους κλάδους ξεκινά από την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα δεδομένα. Για άλλους από το ενεργειακό κόστος και την ανάγκη διεθνώς ανταγωνιστικών όρων. Για άλλους από τη βιώσιμη λειτουργία, την ηλεκτροκίνηση, τις κρίσιμες πρώτες ύλες, την ανάπτυξη νέων προϊόντων ή την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής αυτάρκειας.
Αυτό που ενώνει τις διαφορετικές απαντήσεις είναι ότι η παραγωγή δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως κλειστό εργοστασιακό σύστημα. Συνδέεται με την τεχνολογία, την αγορά, την ενέργεια, το περιβάλλον, τις υποδομές, τις αλυσίδες εφοδιασμού και τις δεξιότητες των ανθρώπων. Η βιομηχανία δεν καλείται απλώς να παράγει περισσότερο. Καλείται να παράγει πιο έξυπνα, πιο καθαρά, πιο αποδοτικά και με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε ένα περιβάλλον που αλλάζει ταχύτερα από τους παραδοσιακούς κύκλους επενδύσεων.
Με αυτή την έννοια, η σύγχρονη βιομηχανία δεν είναι μια ενιαία εικόνα. Είναι ένα νέο σύνολο πιέσεων και αποφάσεων, μέσα από το οποίο κάθε κλάδος ξαναγράφει τη δική του εξίσωση ανταγωνιστικότητας.






