Το reshoring γίνεται τεστ παραγωγικής σοβαρότητας.

Στα τέλη του 20ού αιώνα, η Δύση μετέφερε εργοστάσια μακριά από τα σύνορά της αναζητώντας χαμηλότερο κόστος. Η απόφαση έμοιαζε ορθολογική: φθηνότερη παραγωγή, υψηλότερα περιθώρια, παγκόσμια αποδοτικότητα. Σήμερα, οι ίδιες οικονομίες ανακαλύπτουν ότι μαζί με τις μονάδες παραγωγής μετακινήθηκαν τεχνογνωσία, εξαρτήσεις και στρατηγικά ρίσκα.

Η διαπίστωση αυτή έπαψε να αποτελεί θεωρητική συζήτηση και μετατράπηκε σε εμπειρία με μετρήσιμο οικονομικό κόστος. Πανδημία, γεωπολιτικές εντάσεις, ενεργειακή κρίση, εμπορικοί περιορισμοί και νέοι τεχνολογικοί ανταγωνισμοί μετέτρεψαν την εφοδιαστική αλυσίδα σε πεδίο στρατηγικής σημασίας. Στο φετινό Delphi Economic Forum, η θεματολογία το επιβεβαίωσε με σαφήνεια. Οι συζητήσεις γύρω από τη γεωοικονομική αντιπαλότητα, τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης και την ενίσχυση κρίσιμων αλυσίδων ανέδειξαν ένα σαφές συμπέρασμα: η παραγωγή επέστρεψε στο κέντρο της πολιτικής σκέψης.

Η λέξη reshoring ακούγεται πλέον συχνά. Συμπυκνώνει την ανάγκη επαναφοράς κρίσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων πιο κοντά στις αγορές κατανάλωσης και πιο μακριά από ασταθή γεωπολιτικά περιβάλλοντα. Η πραγματικότητα, ωστόσο, απαιτεί μεγαλύτερη ακρίβεια. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η ανθεκτικότητα των αλυσίδων αξίας δεν εξασφαλίζεται αυτόματα μέσω reshoring, αλλά μέσω συνδυασμού διαφοροποίησης, επενδύσεων και στρατηγικού σχεδιασμού. Η ουσία βρίσκεται στην ποιότητα των επιλογών: πρόσβαση σε πρώτες ύλες, τεχνολογική επάρκεια, σταθερή ενέργεια, πολλαπλές πηγές προμήθειας, ταχύτητα προσαρμογής.

Γι’ αυτό και η Ευρώπη περνά σε νέα φάση βιομηχανικής πολιτικής. Οι πρωτοβουλίες για κρίσιμες πρώτες ύλες, καθαρές τεχνολογίες και ενίσχυση ανταγωνιστικότητας δείχνουν ότι η ήπειρος αναζητά μεγαλύτερο έλεγχο σε τομείς που καθορίζουν την οικονομική της αντοχή και την πολιτική της αυτονομία. Οι αλυσίδες αξίας αποκτούν μετρήσιμους στόχους, ποσοστά εγχώριας επεξεργασίας και νέες απαιτήσεις αξιοπιστίας. Για χρόνια η Ευρώπη θεωρούσε αυτονόητη την πρόσβαση στην παραγωγή.

Σήμερα πληρώνει το κόστος αυτής της βεβαιότητας.

Μέσα σε αυτή τη μεταβολή, η Ελλάδα διαθέτει μια ευκαιρία με ουσία. Η γεωγραφική θέση, οι λιμενικές υποδομές, η παρουσία βιομηχανικών ομίλων με εξαγωγικό αποτύπωμα, η πρόοδος στα logistics και η δυνατότητα συμμετοχής σε ευρωπαϊκά επενδυτικά εργαλεία δημιουργούν προϋποθέσεις. Καμία από αυτές δεν ενεργοποιείται αυτόματα. Η νέα βιομηχανική γεωγραφία επιβραβεύει όσους συνδυάζουν αξιοπιστία, ταχύτητα αδειοδοτήσεων, ανθρώπινο δυναμικό με δεξιότητες, ενεργειακή επάρκεια και παραγωγική συνέχεια.

Το κρίσιμο ερώτημα για τη χώρα αφορά τη θέση που θα καταλάβει στις αλυσίδες αξίας της επόμενης δεκαετίας. Θέση διαμετακομιστικού περάσματος, θέση υπεργολαβίας χαμηλού περιθωρίου ή θέση παραγωγικού κόμβου με τεχνογνωσία και προστιθέμενη αξία. Εκεί θα κριθούν οι επενδύσεις, οι μισθοί, η εξωστρέφεια και η ανθεκτικότητα της οικονομίας.

Η αλυσίδα εφοδιασμού έπαψε να είναι τεχνική λεπτομέρεια. Έγινε δείκτης ισχύος. Και για χώρες όπως η Ελλάδα, έγινε το σημείο όπου δοκιμάζεται αν μπορούν να παράγουν αξία ή απλώς να τη διακινούν. •