Στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού βιομηχανικού διαλόγου για τις κρίσιμες και στρατηγικές πρώτες ύλες (CRMs/SRMs) βρίσκεται η Elvalhalcor, αναδεικνύοντας το ζήτημα της αυξανόμενης διαρροής σκραπ αλουμινίου και χαλκού εκτός ΕΕ. Για την Ελλάδα, όπου ο κλάδος μη σιδηρούχων μετάλλων αποτελεί έναν από τους πλέον εξαγωγικούς και τεχνολογικά προηγμένους τομείς της μεταποίησης, η επάρκεια δευτερογενών πρώτων υλών συνιστά κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας και παραγωγικής συνέχειας.

Η ανακύκλωση αλουμινίου και χαλκού εξοικονομεί έως 95% και 85% αντίστοιχα της ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή πρωτογενούς μετάλλου, ενισχύοντας τόσο την ενεργειακή αποδοτικότητα όσο και τους στόχους της κυκλικής οικονομίας. Ωστόσο, οι εξαγωγές ευρωπαϊκού σκραπ προς τρίτες χώρες (πλέον όχι μόνο στην Ασία αλλά και στις ΗΠΑ, μετά την εφαρμογή δασμών βάσει του άρθρου 232) καταγράφουν ραγδαία αύξηση, με εκτιμήσεις για τετραπλασιασμό έως το 2030 εάν δεν ληφθούν μέτρα.

Η Elval, τομέας έλασης αλουμινίου του ομίλου, συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση του position paper της European Aluminium, ζητώντας άμεσα εμπορικά μέτρα για τον περιορισμό των διαρροών σκραπ. Παράλληλα, η Halcor, τομέας διέλασης χαλκού, συντόνισε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για κοινή πρόταση πολιτικής, συμβάλλοντας στην ένταξη του ζητήματος στο σχέδιο δράσης RESource EU.

Για την ελληνική οικονομία, το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό. Η Elvalhalcor είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός σωλήνων χαλκού στην ΕΜΕΑ και η δεύτερη μεγαλύτερη βιομηχανία έλασης αλουμινίου σε δυναμικότητα θερμής έλασης στην Ευρώπη. Το 2024 οι εξαγωγές της αντιστοιχούσαν στο 71% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών πολύτιμων και μη σιδηρούχων μετάλλων, ενώ σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ η συνολική επίδρασή της στην οικονομία ανέρχεται σε €1,04 δισ., στηρίζοντας περίπου 18.000 θέσεις εργασίας.