Σήμα κινδύνου εκπέμπει ο επιχειρηματικός κόσμος για το ανεξέλεγκτο ενεργειακό κόστος, για το οποίο η κυβέρνηση δεν έχει λάβει μέτρα για να προστατέψει τη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Ο Μιχάλης Στασινόπουλος, Πρόεδρος της Ελληνικής Παραγωγής και μέλος του ΔΣ της Βιοχάλκο, μιλώντας στο συνέδριο της ΕΕΝΕ, αναφέρθηκε στην απογοήτευση του επιχειρηματικού κόσμου από τη στάση του κράτους στην ενεργειακή κρίση. Ειδικότερα, είπε: «Στη σημερινή ενεργειακή κρίση, η χώρα μας δεν είχε καθόλου γρήγορα αντανακλαστικά. Έχουν βγει ήδη μελέτες που περιγράφουν πως αντέδρασε η κάθε χώρα και η Ελλάδα είναι τελευταία. Υπάρχει μεγάλη απογοήτευση στον επιχειρηματικό κόσμο για αυτή την αργοπορία.

Αν ρωτήσετε επιχειρηματίες αν η Ελλάδα έχει στηρίξει τη βιομηχανία της, όλοι θα πουν πόσο υπολείπεται και αυτό τείνει να γίνει κουλτούρα. Η ελληνική μεταποίηση πρέπει να μπει σε προτεραιότητα γιατί έχει τους μεγαλύτερους πολλαπλασιαστές στην οικονομία. Όταν μπει σε προτεραιότητα η βιομηχανία θα δούμε πολλά από τις επιχειρήσεις». Αναφερόμενος στο ρόλο του κράτους, σημείωσε, ότι «όταν έχουμε μια αγορά ενέργειας που έχει στρεβλώσεις, δεν αφήνει τις επιχειρήσεις να έχουν ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας. Υπάρχουν εταιρείες που κινδυνεύουν να κλείσουν αυτή τη στιγμή. Το κράτος πρέπει να προσέξει και να έχει και αντανακλαστικά» σημείωσε.

Αντίστοιχα, λίγο πριν, και ο Πρόεδρος του ΣΕΒ κ. Δημήτρης Παπαλεξόπουλος, αναφέρθηκε στα μεγάλα κόστη της ενεργειακής μετάβασης και τόνισε ότι έχει υποεκτιμηθεί η δυσκολία να συνδυαστούν οι κλιματικοί στόχοι με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Το στοίχημα είπε, είναι πώς μπορεί να συνδυάζεται η κλιματική φιλοδοξία, με την ασφάλεια παροχής ενέργειας για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις σε ανταγωνιστικό κόστος και διασφαλίζοντας στα κρίσιμα χρόνια της μετάβασης την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
«Όλο αυτό το πολύ σύνθετο και μακροχρόνιο πρόβλημα έχει υποεκτιμηθεί το πόσο δύσκολο είναι. Για να φτάσουμε στο “νιρβάνα”, για να φτάσουμε να έχουμε καθαρή και πολλή ενέργεια και σε ανταγωνιστική τιμή, θα περάσουμε αρκετά χρόνια που θα είναι δύσκολα. Πρέπει να επενδύσουμε νωρίς και πολύ, να δεχθούμε ότι στη μετάβαση θα υπάρχει μεγαλύτερο κόστος και ότι θα υπάρχουν και κίνδυνοι και σκαμπανεβάσματα όπως η ενεργειακή κρίση που περνάμε αυτή την εποχή», σημείωσε.

Γ. Τσακίρης: Η πανδημία έγινε καταλύτης για την καινοτομία
Η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, αλλά και η εξωστρέφεια, βρέθηκαν ακόμα στο επίκεντρο της συζήτησης του 7ου ετήσιου συνεδρίου της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών. Ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Γιάννης Τσακίρης και ο πρώην υπουργός παρά τω πρωθυπουργό, Δημήτρης Λιάκος, απάντησαν σε ερωτήσεις για την ανάπτυξη, την καινοτομία, τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τα χρηματοδοτικά εργαλεία. «Η πανδημία έγινε καταλύτης για να προχωρήσουν γρήγορα καινοτόμες ιδέες» τόνισε ο Γ. Τσακίρης και συμπλήρωσε: «Μας έκανε γρήγορα να αλλάξουμε τη σκέψη μας και να επιταχύνουμε κι εμείς, από τη μεριά του υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων. Όλα τα πλάνα που είχαμε υπόψη μας σε βάθος τριετίας, τα φέρνουμε πολύ πιο μπροστά».

Παράλληλα, ο υφυπουργός Ανάπτυξης επεσήμανε, πως σήμερα υπογράφηκε συμφωνία για το πρώτο fund που θα συν-επενδύει με τους λεγόμενους «επιχειρηματικούς αγγέλους», το οποίο αποτελεί μια πολύ καλή εξέλιξη. «Η πανδημία σε πολύ μεγάλο βαθμό απέδειξε ότι έχουμε μεγάλες αδυναμίες», ανέφερε από τη μεριά του ο πρώην υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, Δημήτρης Λιάκος. «Τα χρήματα που είναι να εισρεύσουν στη χώρα τα επόμενα χρόνια, είναι πρωτοφανή σε μέγεθος. Πρέπει να το καταλάβουμε αυτό. Τα χρήματα του ΕΣΠΑ (μίλησε ο κ .Τσακίρης πριν για τα 26 δισ.) συν τα 32 δισ. τα οποία είναι από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, συν τους ιδιωτικούς πόρους που μπορούν να μοχλευτούν με το κομμάτι των δανείων από το τραπεζικό σύστημα. Καταλαβαίνετε ότι φτάνουμε σε ένα ύψος πάρα πολύ μεγάλο. Ειδικά το Ταμείο Ανάκαμψης έχει όρους και 31/12/2026 λήγει. Άρα, πρέπει να τα έχουμε απορροφήσει», συμπλήρωσε ο Δ. Λιάκος. Μίλησε επίσης για την ανάγκη οι επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στα ESG κριτήρια για να λάβουν χρηματοδότησεις, αλλά και τη σημασία της αύξησης των μισθών για τη δημιουργία μιας νέας συνθήκης στην αγορά.