Η εξάρτηση της Ελλάδας από τα μαλακά σιτάρια της Ουκρανίας και της Ρωσίας μπορεί να μην είναι καθολική, όμως η επί της ουσίας διακοπή των εμπορευματικών συναλλαγών με Ουκρανία και Ρωσία έχει προκαλέσει σεισμό στο παγκόσμιο εμπόριο και στην εσωτερική αγορά.

Οι προοπτικές για τα επόμενα δύο χρόνια θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, επισημαίνει στην έκθεση της Global Economic Outlook η KPMG. Διαπίστωση στην οποία έχουν καταλήξει και οι εγχώριοι βιομήχανοι που επηρεάζονται είτε άμεσα είτε έμμεσσα με την τελευταία κρίση. Όπως λέει ο Δημήτρης Λαμπρόπουλος, Partner, DealAdvisory, KPMG στην Ελλάδα σχολιάζει «η μόνη σταθερά παραμένει το γεγονός ότι έχει ξεκινήσει μια παρατεταμένη περίοδος διαταραχής της παγκόσμιας οικονομίας και της εφοδιαστικής αλυσίδας που θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στις σχεδιαζόμενες επενδύσεις, στη δομή κόστους των εταιρειών και στην αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Αναμένεται ότι ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και των πολιτικών αποφάσεων που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες θα υπάρξουν συνέπειεςσε επίπεδο πληθωρισμού, κόστους χρηματοδότησης και ενεργειακής ασφάλειας. Σε ποιο βαθμό θα επηρεάσουν την ανάπτυξη στη χώρα μας θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα πρόσβασης στους αναγκαίους παραγωγικούς συντελεστές που αποτελούν αντικείμενο παγκόσμιου ανταγωνισμού, τη διαρθρωτική δομή της οικονομίας και τις αντοχές του κοινωνικού ιστού».

Για τον Gary Reader, Global Head of Clients and Markets της KPMG «τα ζητήματα της εφοδιαστικής αλυσίδας έχουν μετατραπεί από ένα ζήτημα της μετά-Covid εποχής σε μια σημαντική άμεση απειλή, με πιθανές τις ελλείψεις σε φυσικό αέριο, μέταλλα και σιτηρά, μεταξύ πολλών άλλων. Ενώ οι ελλείψεις θα επηρεάσουν κάθε περιοχή, αναμένουμε δυσανάλογο αντίκτυπο σε ορισμένα από τα φτωχότερα μέρη και ανθρώπους του κόσμου, επιτείνοντας τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις για τη συλλογική ανάκαμψη του πλανήτη. Επιπλέον, ο πληθωρισμός φαίνεται ότι θα αναδειχθεί σε κρίσιμο ζήτημα για όλους μας, καθιστώντας πιθανή την απειλή μιας παγκόσμιας κρίσης κόστους ζωής».

Εξεύρεση πρώτων υλών
Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η εγχώρια παραγωγή και βιομηχανία είναι η διαταραχή στην εξεύρεση πρώτων υλών αλλά και η εκτίναξη του κόστους παραγωγής.
Η εξάρτηση της Ελλάδας από τα μαλακά σιτάρια της Ουκρανίας και της Ρωσίας μπορεί να μην είναι καθολική -η αξία των συνολικών σιτηρών που άλεσε πέρυσι η εταιρεία Μύλοι Λούλη ήταν 17%, για τη Μύλοι Κεπενού η έκθεση ήταν μεγαλύτερη και έφθασε στο 33% και για την Κυλινδρόμυλος Κ. Σαραντόπουλος στο 32%- όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία και η επί της ουσίας διακοπή των εμπορευματικών συναλλαγών με Ουκρανία και Ρωσία έχει προκαλέσει σεισμό στο παγκόσμιο εμπόριο και στην εσωτερική αγορά. Μεγάλος εγχώριος αλευρόμυλος που ανέμενε το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου να παραλάβει 2 καράβια με 6.000 τόνους μαλακό σιτάρι από τη Ρωσία ενημερώθηκε πριν από λίγα εικοσιτετράωρα ότι το προϊόν δεν φορτώθηκε καν. Με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδας (ΣΕΒΕ) Γ. Κωνσταντόπουλο να λέει πως, οι εξαγωγικές επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας και πολύ περισσότερο της Δυτικής Μακεδονίας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον κλάδο της γούνας, θα επηρεαστούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τις υπόλοιπες, γι’ αυτό ζητά να υποστηριχθούν από την ελληνική κυβέρνηση.

Όπως μας λέει ο κ. Ανδρέας Δημητρίου, πρόεδρος του Αγροτικού Πτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Ιωαννίνων (Πίνδος) «όταν το κόστος παραγωγής αυξάνεται 50% δεν υπάρχει περίπτωση να μην αυξηθεί η τιμή στο τελικό προϊόν». Σύμφωνα με τον ίδιο η Πίνδος έχει προχωρήσει σε μείωση κατά 10% της παραγωγής, αφενός λόγω του μεγάλου κόστους, αφετέρου λόγω των προβλημάτων προμήθειας πρώτων υλών που τροφοδοτούν μία μεγάλη ανησυχία για την επάρκεια τους. Επισημαίνει πως αν προ του πολέμου η Πίνδος παραλάμβανε φορτία από πέντε φορτηγά ημερησίως που κατέβαιναν απ’ τη γειτονική χώρα, σήμερα ζήτημα να είναι δύο καθώς τίθενται πολλά εμπόδια απ’ τους Βουλγάρους στο τελωνείο με πολύωρες αναμονές. «Δυστυχώς τα συμβόλαια, οι συμβάσεις και οι παραγγελίες που έχουμε για την προμήθεια πρώτων υλών δεν εκτελούνται ομαλά. Μετά τον πόλεμο έχουν φρενάρει οι προμήθειες από τη Βουλγαρία, απ’ όπου λαμβάναμε το μεγαλύτερο όγκο των πρώτων υλών αφού δεν έχουμε επάρκεια στη χώρα ούτε μαλακού σιταριού, ούτε καλαμποκιού. Για τη σόγια, που έρχεται από χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν τίθεται πρόβλημα πέρα του κόστους, διότι ο τόνος πλέον έχει φτάσει τα 650 ευρώ από 400 ευρώ πριν», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Προσπάθειες για ανασύνταξη της εγχώριας παραγωγής
Οι δυνατότητες στοχευμένων παρεμβάσεων με σκοπό την αύξηση των καλλιεργειών σε μαλακό σιτάρι, καλαμπόκι και ηλίανθο εξετάστηκαν πριν από λίγες ημέρες σε ημερίδα στην Ορεστιάδα. Η περιοχή του Έβρου είναι βασική παραγωγική εστία για τη χώρα σε μαλακό σιτάρι, καλαμπόκι και ηλίανθο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περιοχή της Ορεστιάδας κάθε χρόνο καλλιεργούνται περίπου 150.000 στρέμματα ηλίανθου που αντιστοιχούν στο 20% της ελληνικής παραγωγής.
Οι παραγωγοί λένε ναι στην αύξηση των καλλιεργειών στα συγκεκριμένα προϊόντα, και μέσω της αξιοποίησης των εκτάσεων που βρίσκονται σε αγρανάπαυση, δυνατότητα που προσφέρει με απόφασή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χωρίς να χάνουν τα πλεονεκτήματα που δίνει το πρόγραμμα αγρανάπαυσης. Όπως λέει μιλώντας μας ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Δημητριακών «Η Ένωση» Λάμπρος Κουμπρίδης, σημείωσε ότι η σημερινή γεωργία καλείται να προσαρμοστεί απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της επισιτιστικής κρίσης και της κλιματικής αλλαγής που είναι συνδεδεμένες με τη νέα πραγματικότητα που επέφερε η πανδημία του κορωνοϊού και ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Γιώργο Γεωργαντά «πρόθεση της κυβέρνησης είναι να δώσει τη δυνατότητα αύξησης των καλλιεργειών σε δημητριακά». Ο ίδιος σημειώνει πως ήδη έχει υποβληθεί αίτημα για να ενταχθεί στις συνδεδεμένες ενισχύσεις το μαλακό σιτάρι, ενώ αποστέλλεται αίτημα και για το καλαμπόκι. Την ίδια στιγμή σύμφωνα με τον κ. Γεωργαντά προωθούνται μέτρα ύψους 200 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των αγροτών και η ενεργοποίηση με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Ταμείου Κρίσης, από το οποίο αναλογούν στη χώρα ακόμα 26 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με το ΥπΑΑΤ από τους 900.000 τόνους μαλακού σιταριού που χρειάζεται η χώρα, οι 250.000 τόνοι, δηλαδή το 30%, εισάγονται από τη Ρωσία και την Ουκρανία, ενώ αν προστεθεί και η Μολδαβία το ποσοστό αυτό φτάνει στο 35% και ακόμα περισσότερα από Βουλγαρία. Η Ελλάδα σε μαλακό σιτάρι παράγει μόνο το 10% των αναγκών της, ενώ σε σκληρό έχει επάρκεια παραγωγής και δεν κάνει εισαγωγές.
Η ουσία πάντως είναι πως για τις ίδιες ποσότητες η βιομηχανία πληρώνει πολύ ακριβότερα. Και αυτό έχει επίπτωση στην τελική γραμμή των αποτελεσμάτων της, ενώ ισχυρές πιέσεις ασκούνται στα περιθώρια κέρδους της και στο κόστος χρήματος. Αφού ο πληθωρισμός από τη μία και η ανάγκη για προπληρωμή των εισαγωγών έχει «στραγγαλίσει» τα ταμειακά τους διαθέσιμα λένε στο Manufacturing στελέχη της αγοράς που θέλησαν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.

Το κακό και το πολύ κακό σενάριο
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο, οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου θα κυμανθούν κατά 30 δολάρια υψηλότερα σε σύγκριση με την πορεία τους πριν από την κλιμάκωση της κρίσης. Οι τιμές του φυσικού αερίου θα αυξηθούν κατά 50% σε ολόκληρη την Ευρώπη ενώ αναμένεται μια αύξηση 5% στις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων.
Ένα πιο ακραίο σενάριο εξετάζει τον πιθανό αντίκτυπο αν οι παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου αυξηθούν κατά 40 δολάρια, με 100% αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου για την Ευρώπη και 50% αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου για τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό το αρνητικό σενάριο προϋποθέτει επίσης αύξηση 10% στις παγκόσμιες τιμές των τροφίμων.

Και τα δύο σενάρια περιλαμβάνουν άνοδο 23% στις μέσες τιμές των μετάλλων και αύξηση 4% στο κόστος των γεωργικών εφοδίων. Περιλαμβάνονται επίσης υψηλότερα ασφάλιστρα επενδυτικού κινδύνου και πρόσθετες κρατικές δαπάνες στην Ευρώπη. Το θετικό σενάριο εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις εάν η σύγκρουση επιλυθεί νωρίτερα από το αναμενόμενο, με τις τιμές να επιστρέφουν στα επίπεδα των αρχών του Φεβρουαρίου και τις ροές παραγωγής και εμπορίου να ανακάμπτουν. Την ίδια στιγμή η πανδημία του COVID-19 συνεχίζει να οδηγεί σε διακοπή δραστηριοτήτων σε μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα, και ένα νέο κύμα θα μπορούσε να πάει πίσω την πρόοδο, που έχει επιτευχθεί στην άμβλυνση των προβλημάτων στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.