Η αποθήκευση ενέργειας και η ταχεία απολιγνιτοποίηση είναι αιτήματα της εποχής από τα οποία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η «πράσινη» ενεργειακή μετάβαση της χώρας στο πλαίσιο των υποχρεωτικών ευρωπαϊκών στόχων που έχουν τεθεί. Η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Αλεξάνδρα Σδούκου, δίνει απαντήσεις στα σχετικά θέματα, τα οποία επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα κάθε καταναλωτή ενέργειας, πολύ δε περισσότερο τη βιομηχανία και μεταποίηση.

Με την πρόσφατη αναθεώρηση του ευρωπαϊκού στόχου μείωσης των εκπομπών CO2 για το 2030 από 40% σε 55% και την αύξηση του στόχου συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα σε 60-65%, εκτιμάτε ότι θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση και των στόχων στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα – ΕΣΕΚ;
Προς το παρόν και με το ήδη εκδηλωμένο επενδυτικό ενδιαφέρον, φαίνεται να έχουμε υπερκαλύψει τους στόχους για τις ΑΠΕ. Συνεκτιμώντας, όμως, και τις επιπτώσεις από την είσοδο νέων μοντέλων ηλεκτροπαραγωγής, είναι πιθανόν ότι θα χρειαστούμε μια αναθεώρηση προς τα πάνω.

Προς αυτήν την κατεύθυνση πώς διαγράφεται ο ρόλος της αποθήκευσης «πράσινης» ενέργειας; Ακούμε για πληθώρα επενδυτικών προτάσεων στον τομέα αποθήκευσης ενέργειας, που έχουν εγκριθεί από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας – ΡΑΕ. Πλην, όμως, αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν αν δεν ολοκληρωθεί το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για την αποθήκευση «πράσινης» ενέργειας…

Οι μονάδες αποθήκευσης είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ΑΠΕ, γιατί επιτρέπουν την αποτελεσματικότερη χρήση των ΑΠΕ, βελτιώνουν την αποδοτικότητά τους και ενισχύουν παράλληλα την ευελιξία του συστήματος, ώστε να ξεπερνιούνται ζητήματα υπερφόρτωσης δικτύου σε περιόδους υψηλών ενεργειακών απαιτήσεων, π.χ. κατά τους θερινούς μήνες.

Το σχετικό θεσμικό πλαίσιο ενόψει των νέων αναγκών έπρεπε πλήρως να αναμορφωθεί, καθώς δεν προβλεπόταν πουθενά ο τρόπος λειτουργίας και αποζημίωσης αυτών των μονάδων. Βρίσκομαι, λοιπόν, στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι μετά από πέντε μήνες εντατικής εργασίας, η ειδική Ομάδα Έργου που συστήσαμε γι΄ αυτό το θέμα, υπέβαλε στο υπουργείο τις προτάσεις της. Θα ανακοινωθούν μάλιστα στο τέλος Ιουνίου, ώστε μέσα στο Σεπτέμβριο να έχουμε ολοκληρώσει και να προχωρήσουμε στην ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας. Θα πρέπει, επίσης, να συμπληρώσω ότι η ομάδα έργου, υπό την προεδρία του Γενικού Διευθυντή Ενέργειας του ΥΠΕΝ κ. Δημήτρη Τσαλέμη, τη διοίκηση, του καθηγητή του ΕΜΠ κ. Σταύρου Παπαθανασίου και τη συμμετοχή εξειδικευμένων στελεχών από την ΡΑΕ, τον ΑΔΜΗΕ, ΔΕΔΔΗΕ και Χρηματιστήριο Ενέργειας έχει κάνει εξαιρετική δουλειά».

Ποια είναι η τελική εκτίμηση του υπουργείου σε σχέση με τις ανάγκες στον τομέα της αποθήκευσης;
Εκτιμούμε ότι θα απαιτηθούν επενδύσεις της τάξης των 700 MW για εγκαταστάσεις αποθήκευσης, περιλαμβάνοντας και εναλλακτικές δυνατότητες, δηλαδή αποθηκευτικές μονάδες που θα συνδυάζονται ταυτόχρονα με σταθμούς ΑΠΕ. Όπως γνωρίζετε, οι επενδύσεις για τη δημιουργία συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας έχουν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και προβλέπεται να ενισχυθούν έργα αποθήκευσης ενέργειας, είτε με μπαταρίες είτε με αντλησιοταμίευση, με χρηματοδότηση ύψους 450 εκατ. ευρώ, τα οποία έχουν ήδη δεσμευτεί γι΄ αυτόν τον σκοπό.

Πάντως, οι άδειες που έχουν ήδη δοθεί σε πρώτη φάση από τη ΡΑΕ για έργα αποθήκευσης υπερβαίνουν κατά πολύ τη δυναμικότητα που αναφέρατε. Φανταζόμαστε ότι δεν θα προχωρήσουν όλες, ενώ και το νέο θεσμικό πλαίσιο θα προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις…
Πράγματι έτσι είναι. Να διευκρινίσω επίσης, ότι όλες αυτές οι επενδυτικές προτάσεις έχουν λάβει ουσιαστικά μόνο μία πρώτη άδεια. Η υλοποίησή τους προϋποθέτει ακόμα πολύ δρόμο, περιβαλλοντική άδεια, διαγωνιστικές διαδικασίες, όρους σύνδεσης κ.λπ.

Αν και προφανώς δεν μπορείτε στην παρούσα φάση να μας δώσετε λεπτομερέστερη εικόνα, ποια θα είναι η προσέγγιση για τους αποθηκευτικούς σταθμούς, που συνδυάζονται και με μονάδες ΑΠΕ;.
Σαφώς θα πρέπει να υπάρχει μια σωστή αναλογία στη δυναμικότητα του σταθμού αποθήκευσης σε σχέση με αυτήν του σταθμού ΑΠΕ. Ένας δυσανάλογα μεγάλος σταθμός ΑΠΕ σε σχέση με τη δυνατότητα αποθήκευσης δεν εντάσσεται στους στόχους και στη λογική του πλαισίου στήριξης.

Με τους υβριδικούς σταθμούς τι θα προβλέπεται;
Εδώ τίθεται θέμα ειδικών συνθηκών σε μη διασυνδεδεμένα δίκτυα, όπου υβριδικές μονάδες με ΑΠΕ και μονάδες αποθήκευσης συμβάλουν δραστικά στην επάρκεια και ασφάλεια του συστήματος. Έχουμε κοινοποιήσει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα νέο μεταβατικό πλαίσιο στήριξης υβριδικών μονάδων στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, το οποίο προσωρινά έγινε δεκτό, ενώ παράλληλα προχωράει η έγκριση ενός μόνιμου σχήματος. Ευελπιστούμε να έχουμε την απάντηση της Κομισιόν μέχρι τέλους του έτους, έτσι ώστε άμεσα να ολοκληρώσουμε το πλαίσιο τιμολόγησης τους και να είναι εφικτή η υλοποίηση και αυτών των έργων.

Από την ανάπτυξη μονάδων αποθήκευσης ενέργειας αναμένετε μια συμβολή και σε πιο ανταγωνιστικές τιμές «πράσινης» ενέργειας;
Πρόκειται επίσης, για μια από τις επιδιώξεις του νέου νομοθετικού πλαισίου. Με την ύπαρξη της δυνατότητας αποθήκευσης της ενέργειας που παράγουν οι ΑΠΕ, μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη ακρίβεια στην πρόβλεψη της παραγόμενης ενέργειας, ώστε να διαθέτουν στη συνέχεια ρεύμα σε ανταγωνιστικές τιμές, ρίχνοντας με αυτό τον τρόπο τις τιμές στην αγορά εξισορρόπησης.

Με την ευκαιρία θα ήθελα να σας ρωτήσω αν θεωρείτε ρεαλιστικές για τη βιωσιμότητα των έργων τις χαμηλές τιμές για τα έργα ΑΠΕ, που προέκυψαν κατά τις πρόσφατες ανταγωνιστικές διαδικασίες της ΡΑΕ;
Τις θεωρώ ρεαλιστικές και πιστεύω ότι μπορούμε να πετύχουμε εφεξής ανταγωνιστικές τιμές και ότι υπάρχουν τα σχετικά περιθώρια, ειδικά από τα μεγάλα έργα. Αλλωστε, στο τέλος της ημέρας, ο στόχος και το ζητούμενο είναι η τελική τιμή που θα φθάσει στον καταναλωτή, είτε αυτός είναι βιομηχανικός, είτε εμπορικός είτε οικιακός πελάτης. Να κινούνται σε περίπου αντίστοιχα επίπεδα με αυτά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αυτό σημαίνει έμμεσα ότι θα περιοριστούν σταδιακά από τα έργα οι μεσαίοι και οι μικροί παραγωγοί ΑΠΕ, που δεν έχουν εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα να «ρίξουν» τόσο τις τιμές;
Κάθε άλλο. Επιδιώκουμε να υπάρξει μια σωστή ισορροπία επιμερισμού της πίτας των έργων ΑΠΕ και στους μικρότερους παραγωγούς. Όλοι συνεισφέρουν στο σύστημα και η «πράσινη» ενεργειακή μετάβαση πρέπει να είναι μια υπόθεση όλων.

Πιστεύετε ότι αυτό το αντιλαμβάνεται και κάθε Ελληνας πολίτης;
Σε γενικές γραμμές, η αλλαγή της κουλτούρας με γνώμονα την προστασία του κλίματος και του περιβάλλοντος έχει εμπεδωθεί. Από κει και πέρα όμως, ο μέσος πολίτης δεν θα εξετάσει από πού προέρχεται η ενέργεια που καταναλώνει, αν αυτή είναι από αιολικά ή φωτοβολταϊκά, ούτε αν η μείωση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της διασύνδεσης των νησιών, έχει και άμεσο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καθώς σήμερα η ηλεκτροδότησή τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε πετρέλαιο ή μαζούτ. Αυτό που θα δει είναι ο τελικός λογαριασμός και εφόσον αυτός μειώνεται, θα λάβει το μήνυμα ότι οι ΑΠΕ, πέρα από την προστασία του περιβάλλοντος συμβάλλουν και σε έναν οικονομικά αποδοτικότερο τρόπο παραγωγής ενέργειας, άρα αφήνουν ένα θετικό πρόσημο και στη δική του καθημερινότητα.

Η απολιγνιτοποίηση σε ποια φάση τι γίνεται; Τολμηρό πάντως το πόνημα, πολύ σφικτοί οι χρόνοι…
Πράγματι είναι τολμηρό και πολύ σύνθετο εγχείρημα, αλλά ανταποκρινόμαστε στις προκλήσεις. Ήδη έχουν γίνει πολλά μέσα στους τελευταίους 20 μήνες με στρατηγικό στόχο την αξιοποίηση κάθε δυνατού χρηματοδοτικού εργαλείου. Ενδεικτικά αναφέρω τα νέα σημαντικά ποσοστά ενίσχυσης των επιχειρήσεων, που θα εγκατασταθούν στα επιχειρηματικά πάρκα και τα οποία ενέκρινε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με πρόβλεψη μέχρι και διπλασιασμό των σχετικών επιδοτήσεων.

Θα ακολουθήσουν σταδιακά, οι αποκαταστάσεις των εδαφών, ο καθορισμός νέων χρήσεων γης, η δημιουργία οργανωμένων χώρων εγκατάστασης, που είναι σημαντικό για τις επιχειρήσεις.
Στην παρούσα φάση, η ομάδα του κ. Μουσουρούλη, επικεφαλής του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης, ολοκληρώνει τα τρία εδαφικά σχέδια που έχει ως βάση το Πρόγραμμα Δίκαιης Μετάβασης, προκειμένου να υποβληθούν στην ΕΕ. Πρόκειται για τα εξής εδαφικά σχέδια: της Δυτικής Μακεδονίας, της Μεγαλόπολης και των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης, τα οποία επίσης δικαιούνται στήριξης μετά την επιτυχία της ένταξής τους στο Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης. Σε ό,τι αφορά τους πόρους , αμέσως μετά την έγκριση του ΕΣΠΑ, σταδιακά θα εκταμιεύονται 2 δισ. ευρώ, τα οποία κλείδωσαν για τις περιοχές μετάβασης.

Ποιες θεωρείτε ως τις πλέον σημαντικές προκλήσεις στο πλαίσιο του συγκεκριμένου εγχειρήματος;
Την αποκατάσταση των εδαφών προκειμένου να υποδεχθούν δραστηριότητες και τη ζύμωση με την τοπική κοινωνία, που είναι λογικό να βρίσκεται σε μία μεγάλη αναστάτωση. Όμως σταδιακά, η αρχική καχυποψία αίρεται και οι κάτοικοι των λιγνιτικών περιοχών αντιλαμβάνονται και αποδέχονται καλύτερα την νέα προοπτική. Όπως, επίσης, το γεγονός ότι η λιγνιτική παραγωγή με το κόστος των ρύπων να έχει εκτοξευθεί στα ύψη δεν αποτελεί μια βιώσιμη οικονομικά και ασφαλώς ούτε και περιβαλλοντικά λύση. Αλλωστε η Δυτική Μακεδονία θα παραμείνει ένα ενεργειακό hub, καθώς διαθέτει δίκτυα που πρέπει οπωσδήποτε να χρησιμοποιήσει. Εκείνο που αλλάζει ουσιαστικά είναι το ενεργειακό μείγμα με επενδύσεις στις ΑΠΕ, στο φυσικό αέριο και σε άλλες τεχνολογίες, όπως επίσης και η έμφαση που θα δοθεί στους άλλους τέσσερεις βασικούς πυλώνες: Αγροτικό τομέα, Τουρισμό, Έξυπνη εξειδίκευση-R&D και μεταποίηση.

Μέχρι να έρθουν στην Ελλάδα οι πρώτοι διαθέσιμοι πόροι για το Σχέδιο Δίκαιης Μετάβασης, θα γίνονται εκταμιεύσεις από το ΠΔΕ;
Ναι. Και στη συνέχεια θα αναπληρώνονται από τα ήδη προγραμματισμένα κονδύλια για την Δίκαιη Μετάβαση.

Και μια τελευταία ερώτηση: Μαζί με την επιθετική έλευση των ΑΠΕ έρχονται και οι νέες τεχνολογίες ΑΠΕ, τα υπεράκτια αιολικά και φωτοβολταϊκά και φυσικά το υδρογόνο. Ποια είναι η προοπτική ανάπτυξης αυτών των νέων τεχνολογιών;
Προκειμένου μια χώρα να αναπτύξει νέες τεχνολογίες ΑΠΕ, απαιτούνται πολλά χρήματα. Δεδομένου, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί στρατηγικά αυτές τις τεχνολογίες, δεσμευτήκαμε και από πλευράς μας ότι θα δημιουργήσουμε ένα θεσμικό πλαίσιο που θα δίνει τα σχετικά κίνητρα και δυνατότητες και στη χώρα μας. Για το λόγο αυτό, δημιουργήσαμε και την Εθνική Επιτροπή Υδρογόνου με στόχο τη δημιουργία ενός συμπαγούς θεσμικού πλαισίου, που θα λαμβάνει υπόψη ειδικά κριτήρια χωροταξικά και άλλα και θα είναι ελκυστικό για την ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών.