Η ανάπτυξη του εξορυκτικού κλάδου στην Ελλάδα είναι ισχυρή, έχοντας πρωταρχικούς στόχους τη διατήρηση της παραγωγικής του δυναμικότητας, την προστασία του περιβάλλοντος, τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού και την προσαρμογή στις απαιτήσεις της ψηφιακής μετάβασης.
H εγχώρια εξορυκτική βιομηχανία μπορεί να φτάσει ακόμα και σε διπλασιασμό της συμμετοχής της στο ΑΕΠ, εάν ξεπεραστούν οι σημερινές αγκυλώσεις, αναφέρουν στελέχη του κλάδου. Αυτό θα κινητοποιήσει πρόσθετες επενδύσεις πέραν αυτών που δρομολογούν οι επιχειρήσεις του κλάδου. Ήδη με βάση τα σημερινά δεδομένα εκτιμάται ότι ετήσιες επενδύσεις των εταιρειών του κλάδου θα είναι τουλάχιστον 350 εκατ. ευρώ έως το 2030, έχει πει ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), Αθανάσιος Κεφάλας.
Δυναμική που επιβεβαιώνεται και από την ένταξη στον Αναπτυξιακό Νόμο επενδυτικών σχεδίων εταιρειών του κλάδου, αλλά και από την καθοριστική συμμετοχή του στη διαμόρφωση της βιομηχανικής παραγωγής και των εξαγωγικών επιδόσεων χώρας.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ακόμη και την περίοδο της μακροχρόνιας κρίσης της ελληνικής οικονομίας η εξορυκτική βιομηχανία διατήρησε το παραγωγικό της δυναμικό, αντιπροσωπεύοντας το 3,4% του ΑΕΠ, και συνέχισε να υποστηρίζει τις εξαγωγές της χώρας -καλύπτει από 5% έως 10% των ελληνικών εξαγωγών με πολύ διαφοροποιημένη βάση χωρών εξαγωγής-, καθώς επίσης να αποτελεί βάση εφοδιασμού και της εγχώριας μεταποιητικής βιομηχανίας. Οι επιχειρήσεις του κλάδου συνέχισαν να επενδύουν, παρ’ όλο που οι δείκτες αποδοτικότητας βρίσκονται σε αρνητικό έδαφος και το 50% απ’ αυτές δεν ήταν κερδοφόρες.

Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται στην έκτη θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης, βάσει της αξίας της εξόρυξης στη βιομηχανία και στη τέταρτη θέση βάσει της συμμετοχής της εξορυκτικής βιομηχανίας στην απασχόληση, ενώ για την ελληνική βιομηχανία η εξορυκτική δραστηριότητα είναι στην όγδοη θέση στην κατάταξη βάσει προστιθέμενης αξίας και στην έκτη θέση στην κατάταξη βάσει συνεισφοράς στην απασχόληση. Προσφέρει περισσότερες από 110.00 θέσεις απασχόλησης και χωρίς να έχουν θιγεί ουσιαστικά από τα μέτρα εσωτερικής υποτίμησης οι μισθοί των εργαζομένων, στηρίζοντας κατά κύριο λόγο την περιφερειακή ανάπτυξη.

Η χώρα μας έχει υψηλό κοιτασματολογικό δυναμικό ορυκτών πρώτων υλών. Όμως η μετατροπή αυτού του δυναμικού σε πλούτο απαιτεί μία επίμονη προσπάθεια μεταλλευτικής έρευνας για την ποσοτικοποίησή τους, την ανάληψη επενδυτικού ρίσκου, την απόκτηση και διατήρηση της διοικητικής και κοινωνικής άδειας λειτουργίας και φυσικά τη βιώσιμη λειτουργία των μεταλλείων και λατομείων. Ήδη χάρη σε ορισμένα κοιτάσματα παγκόσμιας κλάσης, για μία σειρά μεταλλευμάτων, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων η χώρα μας κατέχει πολύ υψηλές θέσεις παραγωγής στην Ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά.
Σύμφωνα με τον Dr. Wisam Farjow, Ph.D. P.Eng., President, Integrated Wireless Innovations Inc., οι εξελίξεις στις εργασίες εξόρυξης απαιτούν την ανάγκη για ευφυή επικοινωνιακή υποδομή για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου «Μοντέλου Έξυπνης Εξόρυξης» (Smart Mining Model). Το NeuraCom, το οποίο κατασκευάστηκε από την Integrated Wireless Innovations Inc. (IWI), μια εταιρεία με έδρα τον Καναδά, είναι το πρώτο πραγματικά Self-Organized Network (SON) που βασίζεται σε Τεχνητή Νοημοσύνη, σχεδιασμένο για εργασίες εξόρυξης και διάνοιξης σηράγγων.

Έξυπνες επενδύσεις
Το επενδυτικό κρεσέντο των επιχειρήσεων του κλάδου αποτυπώνεται και στις αιτήσεις ένταξης στον Αναπτυξιακό Νόμο. Στις αρχές Σεπτεμβρίου από τον Περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης το επενδυτικό σχέδιο της επιχείρησης «GMC Ε.Π.Ε». Η προς υλοποίηση επένδυση αφορά στην επέκταση της δυναμικότητας του λατομικού χώρου και είναι συνολικού επιλέξιμου κόστους 1.554.950 ευρώ και συνολικού ενισχυόμενου κόστους 1.554.950 ευρώ.
Για την τρέχουσα χρήση ο κυριότερος στόχος της εταιρείας είναι η διατήρηση της θετικής πορείας των αποτελεσμάτων της, μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας ώστε να επιτευχθεί η ανάπτυξη των πωλήσεων σε νέες αγορές. Σχετικά με τις πωλήσεις και με βάση τα μέχρι σήμερα στοιχεία αναμένεται να ενισχυθούν κατά 10% σε σχέση με το 2021 και τα κέρδη προ φόρων κατά 12%.
Αξίζει επίσης να αναφέρουμε ότι ο κλάδος του μαρμάρου και των γρανιτών όπως προκύπτει και από την τελευταία έκδοση της κλαδικής μελέτης «ΜΑΡΜΑΡΑ-ΓΡΑΝΙΤΕΣ» συγκεντρώνει σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων που παρουσιάζουν μεγάλη εξωστρέφεια. Με τις εξαγωγές να αποτελούν ένα μεγάλο μέρος των συνολικών πωλήσεων, ο κλάδος αντιμετώπισε σημαντικό πρόβλημα στο ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19, με το εξωτερικό εμπόριο να πλήττεται σημαντικά.

Εκτός από τις κλασικές επενδύσεις υπάρχουν και οι καινοτόμες. Όπως το πρώτο πράσινο υπόγειο μεταλλείο στη θέση Κουτζή. Σύμφωνα με τον Δρ. Γεώργιο Μπουρμά, Γενικό Διευθυντή Μεταλλείων Ευβοίας, Ελληνικοί Λευκόλιθοι Α.Ε., η εν λόγω υπόγεια εκμετάλλευση αποτελεί το πρώτο «πράσινο» υπόγειο μεταλλείο στον κόσμο βάσει των ακόλουθων μοναδικών του χαρακτηριστικών:
1. Το σύνολο των μηχανημάτων έργου λειτουργούν αποκλειστικά με ηλεκτρισμό, είτε ενσύρματα είτε με μπαταρίες. Συνεπώς, οι εκπομπές CO2 είναι μηδενικές.
2. Η εξόρυξη λευκολίθου και στείρων πραγματοποιείται αποκλειστικά με μηχανικά μέσα και με ταυτόχρονο καταιονισμό νερού στα μέτωπα. Συνεπώς, δεν εκλύονται τοξικά αέρια λόγω απουσίας ανατινάξεων και δεν παράγεται σκόνη.
3. Οι αποτυπώσεις των υπογείων έργων εκτελούνται καθημερινά μέσω της τεχνολογίας SLAM (χρήση φορητών σαρωτών). Τα νέφη σημείων αξιοποιούνται στην εκπόνηση τριδιάστατων γεωτεχνικών ομοιωμάτων πολύ υψηλής ακρίβειας, μέσω των οποίων υπολογίζονται άμεσα οι συντελεστές ασφαλείας των υπογείων κατασκευών και διαστασιολογούνται τα μέτρα άμεσης υποστήριξης.
4. Η παρακολούθηση των μικρομετακινήσεων υλοποιείται μέσω ειδικών γεωτεχνικών αισθητήρων και το σύνολο του προσωπικού γνωρίζει ανά πάσα στιγμή το μέγεθος των μικρομετακινήσεων σε νευραλγικές θέσεις του υπόγειου μεταλλείου.
5. Οι συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας είναι μοναδικές για υπόγεια εκμετάλλευση. Το έμπειρο προσωπικό υπογείων αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «καθημερινά ξεχνάμε ότι εργαζόμαστε σε υπόγειο μεταλλείο».

Μεταλλευτική βιομηχανία και πράσινη οικονομία
Σύμφωνα με την Goldman Sachs ο μόνος τρόπος για να απελευθερωθούμε από τον άνθρακα είναι μέσω της χρήσης του χαλκού, καθώς δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να μπορεί να μεταφέρει ηλεκτρισμό. Η Goldman Sachs δεν είναι η μόνη που προβλέπει ισχυρή αύξηση της ζήτησης. Για να επιτευχθούν καθαρές μηδενικές εκπομπές έως το 2050, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας αναφέρει ότι το συνολικό μέγεθος της αγοράς κρίσιμων ορυκτών όπως ο χαλκός, το κοβάλτιο, το μαγγάνιο και διάφορα μέταλλα σπάνιων γαιών θα πρέπει να αυξηθεί σχεδόν επτά φορές μεταξύ του 2020 και του 2030.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική μεταλλευτική βιομηχανία χαράσσει τα τελευταία χρόνια τη δική της πράσινη πορεία επενδύοντας σε Έρευνα και Ανάπτυξη, επαναχρησιμοποιώντας και ανακυκλώνοντας υλικά, απομονώνοντας χρήσιμα υλικά και «μεταμορφώνοντάς» τα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη λογική της κυκλικής οικονομίας και της προστασίας του περιβάλλοντος.

«Είμαστε πλέον στην 4η Βιομηχανική επανάσταση, τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Για την παραγωγή ενέργειας στον 18ο αιώνα χρειαζόμασταν επτά μέταλλα, στον 20ο χρειαζόμασταν 20 και στον 21ο, 36. Επομένως, πρέπει να φύγουμε πλέον από τη γραμμική οικονομία και να πάμε στην κυκλική. Να πάμε σε ένα διαφορετικό μοντέλο, να μειώσουμε τα απόβλητα, να ξαναχρησιμοποιήσουμε υλικά , να ανακυκλώσουμε υλικά», έχει αναφέρει ο Αθανάσιος Κεφάλας, Πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης και να δούμε τη συμβολή της μεταλλευτικής βιομηχανίας σε αυτή τη μετάβαση αρκεί να αναφέρουμε ότι το e-mobility και οι ΑΠΕ εξαρτώνται από μεταλλεύματα. Κατ’ επέκταση η βιομηχανία προσαρμόζεται σταδιακά και ήδη εδώ και δέκα χρόνια το 20% των προϊόντων προέρχεται από την αξιοποίηση απορριμμάτων, διερευνώνται τρόποι χρήσης υπολειμμάτων και υλικών και προς αυτή την κατεύθυνση γίνονται σημαντικές επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη. Για παράδειγμα, τα απορρίμματα από εξόρυξη μαρμάρων μετατρέπονται σε προϊόντα ανθρακικού ασβεστίου τα οποία κατευθύνονται σε άλλες χρήσεις (χρώματα, χαρτί κ.λπ), ενώ ο βωξίτης αξιοποιείται σε νέες χρήσεις στην τσιμεντοβιομηχανία, ο τεχνητός περλίτης χρησιμοποιείται ως άκαυστο υλικό στη μόνωση κτιρίων.
Όσον αφορά στο περιβάλλον, σύμφωνα με εκπροσώπους της συγκεκριμένης αγοράς, ο εξορυκτικός κλάδος χρησιμοποιεί 230.000 στρέμματα, τα οποία αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 0,2% της ελληνικής γης και από το 1979, έχει αποκαταστήσει 100.000 στρέμματα.