Στα άμεσα αλλά και μακροπρόθεσμα μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, ειδικά όσον αφορά στη βιομηχανία, αναφέρθηκε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώστας Σκρέκας, επαναφέροντας το θέμα της δημοπρασίας ρύπων αλλά και του ενεργειακού χώρου. Στο πλαίσιο διαδικτυακής εκδήλωσης με θέμα «Ενέργεια και Βιομηχανία: Προκλήσεις – Ευκαιρίες – Προοπτικές», που συνδιοργάνωσαν η «Ελληνική Παραγωγή – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» και η «Ελληνική Ένωση Αλουμινίου», ο κ. Σκρέκας αναφέρθηκε στις εξελίξεις στην Ουκρανία, τονίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση διασφαλίζει την επάρκεια εφοδιασμού ώστε να μην υπάρχουν ελλείψεις, ενώ σήμερα Παρασκευή έχει συγκληθεί έκτακτη συνεδρίαση της ομάδας διαχείρισης κρίσεων. Μεταξύ άλλων, ο κ. Σκρέκας επανέφερε στη συζήτηση την ελληνική πρόταση για τη σύσταση ειδικού ταμείου που θα αξιοποιεί τα έσοδα από τις δημοπρασίες ρύπων, για την κάλυψη μέρους της αύξησης του ενεργειακού κόστους για τους καταναλωτές.

«Ζητάμε να υπάρξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα ταμείο που θα μπορέσει να δώσει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να στηρίξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους πιο ευάλωτους απέναντι στις ενεργειακές αυξήσεις, το οποίο δεν θα χτυπάει το χρέος και το έλλειμμα του κάθε κράτους», σημείωσε. Σύμφωνα με τον υπουργό, η ίδια πρόταση είχε τεθεί από τον Σεπτέμβριο του 2021, και αφορούσε τη χρήση εσόδων από δημοπρασίες ρύπων που είναι παγωμένα στο αποθεματικό του ETS. «Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε θα μπορεί να αποπληρωθεί μελλοντικά από έσοδα υφιστάμενων δημοπρασιών ρύπων που υλοποιεί το κάθε κράτος ετησίως», τόνισε.

Αφότου αναφέρθηκε στα βραχυπρόθεσμα αλλά και τα μεσομακροπρόθεσμα μέτρα που έχει λάβει η κυβέρνηση όσον αφορά στην ενεργειακή στήριξη των επιχειρήσεων, όπως το net metering, το zero injection, το green pool και το επερχόμενο -μέχρι τον Μάιο- πρόγραμμα επιδότησης επιχειρήσεων έως και 40% για την εγκατάσταση συστημάτων φωτοβολταϊκών και μπαταριών, ο υπουργός στάθηκε στο πρόβλημα του διαθέσιμου ενεργειακού χώρου για τις πρωτοβουλίες ενισχυμένης χρήσης ΑΠΕ από τη βιομηχανία. «Θα προχωρήσουμε δίνοντας προτεραιότητα στον ενεργειακό χώρο για εκείνες τις ΑΠΕ που θα παρέχουν την ενέργεια που παράγουν σε ενεργοβόρους καταναλωτές της μεταποίησης.

Η βιομηχανία υψηλής και μέσης τάσης και γενικότερα η βιομηχανία που θα δεχτεί τις επιπτώσεις της ενεργειακής μετάβασης, όπως τα τσιμέντα και τα διυλιστήρια, θα έχει προτεραιότητα ώστε να υλοποιήσει τις επενδύσεις της», σημείωσε. Ωστόσο, όπως πρόσθεσε, επειδή και αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό για μεταποιητικές επιχειρήσεις μικρότερου μεγέθους, σε νομούς όπου είναι κορεσμένα τα δίκτυα, ο ΔΕΔΔΗΕ, μάλιστα, ήδη ολοκληρώνει και μια μελέτη όπου ακόμα και σε κορεσμένους νομούς της χώρας, που σήμερα οι αιτούντες λαμβάνουν αρνητικές αποφάσεις σύνδεσης με το σύστημα, να υπάρξει ένας επιπλέον, προστατευμένος ενεργειακός χώρος σε ό,τι αφορά την κατασκευή φωτοβολταϊκών συστημάτων για αυτοκατανάλωση.

Ερωτηθείς μάλιστα σχετικά από την Λ. Κολιοπούλου, Πρόεδρο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Θεσσαλίας & Στερεάς Ελλάδας, ο κ. Σκρέκας επιβεβαίωσε ότι πρέπει οι επιχειρήσεις να επιμείνουν, μόλις ανοίξει η σχετική ηλεκτρονική πλατφόρμα. Στο πλαίσιο της εκδήλωσης, ο Ν. Κεραμίδας, Διευθυντής Ευρωπαϊκών και Ρυθμιστικών Θεμάτων στην Mytilineos, τόνισε την ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματος, τονίζοντας ότι η Κομισιόν έχει παραδεχτεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της αμερικανικής βιομηχανίας, καθότι οι ΗΠΑ είναι παραγωγός χώρα αερίου. Όπως τόνισε ο κ. Κεραμίδας, για το πρωτόχυτο αλουμίνιο η κατάσταση είναι ζοφερή, παραθέτοντας πολυάριθμα παραδείγματα ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που έχουν σταματήσει την παραγωγή. Η αντιστάθμιση πρέπει να υλοποιηθεί… «χθές» και με αναδρομική ισχύ, τόνισε χαρακτηριστικά.

Τον κώδωνα του κινδύνου για την ευρωπαϊκή βιομηχανία τσιμέντων έκρουσε από πλευράς του ο Ν. Μπόζος, Γενικός Δ/ντής Εξαγωγών & Εφοδιαστικής Αλυσίδας, ΑΓΕΤ-Ηρακλής/Lafarge Holcim, τονίζοντας ότι η Ελλάδα είναι η πιο ανοχύρωτη. Ο κ. Μπόζος σημείωσε ότι οι μόνες εξαγωγικές τσιμεντοβιομηχανίες που έχουν απομείνει στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία και πρέπει να γίνει προσπάθεια να προστατευτούν.