Οι προκλήσεις για την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα και της μεταποίησης, τρεις μήνες μετά τις καταστροφές από την κακοκαιρία Daniel.

Τις αμέσως επόμενες ημέρες μετά το σαρωτικό πέρασμα της κακοκαιρίας στη Θεσσαλία, όλα τα βλέμματα ήταν δικαίως στραμμένα στο δράμα των κατοίκων, στα πλημμυρισμένα σπίτια και χωράφια, στα νεκρά ζώα, στους κατεστραμμένους δρόμους, στα χωριά αλλά και τις πόλεις που είχαν μείνει χωρίς νερό και ηλεκτρικό ρεύμα. Η πρώτη συζήτηση που άνοιξε, εκτός από τις αποζημιώσεις των πλημμυροπαθών και την έστω μερική αποκατάσταση των βασικών υποδομών, ήταν πώς θα αντιστραφεί το τεράστιο πλήγμα που δέχθηκε ο πρωτογενής τομέας. Μόνο που η αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την μεταποίηση
– από τη βιομηχανία τροφίμων, μέχρι την επεξεργασία βάμβακος, και επεκτείνεται σε όλους τους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας. Δυστυχώς τρεις περίπου μήνες μετά τις καταστροφές, η συζήτηση για την ανασυγκρότηση της οικονομίας της Θεσσαλίας, στην οποία ο δευτερογενής τομέας παίζει κομβικό ρόλο, μόλις ανοίγει.

Σύμφωνα με το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδας, οι άμεσες ζημιές από την κακοκαιρία Daniel θα ξεπεράσουν αισθητά το ποσό των 2 δισ. ευρώ. Η αρωγή από την Ευρωπαϊκή ‘Eνωση αναμένεται να φτάσει τα 2,25 δισ, με ανακατεύθυνση πόρων από τα ΕΣΠΑ, αναθεώρηση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης Ελλάδα 2.0 και πόρους του Ταμείου Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Για να συμβεί, όμως, αυτό θα πρέπει να υπάρχει επαρκής και ταχεία απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων, ενώ εκτιμάται ότι θα χρειαστεί πρόσθετη στήριξη, αφού το δημοσιονομικό κόστος αναμένεται υψηλότερο. Οικονομική ανάλυση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ανεβάζει το συνδυαστικό κόστος των δαπανών για την αποκατάσταση και ανασυγκρότηση της περιοχής σε πάνω από 3 δισ. ευρώ την περίοδο 2024-2025.

Η ΕΤΕ εκτιμά ότι οι βραχυπρόθεσμες απώλειες από τη μείωση της τοπικής παραγωγής θα ανέλθουν στα 150 εκατ. ευρώ ως το τέλος του 2024, μείωση που ισοδυναμεί με το 6% της αγροτικής παραγωγής στο σύνολο της χώρας. Οι άμεσες απώλειες στη μεταποίηση, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και τις υπηρεσίες εκτιμώνται στα 30 εκατ. ευρώ για το τελευταίο τετράμηνο του 2023, ενώ σε 20 εκατ. ευρώ εκτιμώνται οι απώλειες από τον τουρισμό.

Ανάγκη ύπαρξης συνολικού σχεδίου ανασυγκρότησης
Τρεις μήνες μετά τις πλημμύρες, υπάρχει πλήρης εικόνα για τις επιπτώσεις της καταστροφής στον μεταποιητικό τομέα; Την απάντηση δίνει ο Γιώργος Ρουπακιάς, Πρόεδρος του Συνδέσμου Θεσσαλικών Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών, σημειώνοντας ότι «οι βιομηχανικές επιχειρήσεις της Θεσσαλίας έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές, άμεσα ή έμμεσα, από τις πλημμύρες σε βαθμό που δεν έχει ακόμα συνολικά αποτυπωθεί. Οποιοδήποτε νούμερο αναφέρουμε στην παρούσα φάση αδικεί το μέγεθος της καταστροφής». Σύμφωνα με τον κ. Ρουπακιά, έχουν ολοκληρωθεί οι αυτοψίες και βρίσκεται σε εξέλιξη η σύνταξη των σχετικών εκτιμήσεων από τις υπηρεσίες της Περιφέρειας που θα δώσουν και την καλύτερη δυνατή προσέγγιση σε αριθμούς. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν ιδιαιτερότητες ανά μεταποιητικό κλάδο, όπως οι μονάδες επεξεργασίας βάμβακος, οι κονσερβοποιίες και η βιομηχανία τροφίμων γενικότερα, για πολλούς λόγους. Οι επιχειρήσεις αυτές είναι κατά κύριο λόγο εξαγωγικές, απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους, αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό μέρος του ΑΕΠ της Θεσσαλίας και παρέχουν μια ασφαλή, συστηματική και εξαιρετικά μεγάλη ροή εσόδων προς το κράτος.

Σχετικά με την ανάταξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην περιοχή της Θεσσαλίας και τη θωράκιση των παραγωγικών επιχειρήσεων από τις επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων και της κλιματικής αλλαγής, ο κ. Ρουπακιάς είναι ξεκάθαρος: «Η ανασύνταξη της οικονομικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας στη Θεσσαλία προϋποθέτει πρώτα από όλα τη γενναία στήριξη του κράτους προς τις επιχειρήσεις που έχουν πληγεί άμεσα ή έμμεσα, ώστε να μπορέσουν να συνέλθουν οικονομικά. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό που συνέβη δεν ήτανε ένα μικρό πλήγμα από αυτά που δέχεται συνέχεια μια επιχείρηση και έχει τα αντισώματα να αντιμετωπίσει μόνη της. Ήτανε ένα πλήγμα κοσμογονικών διαστάσεων, από αυτά που καταστρέφουν μια επιχείρηση και μια τοπική οικονομία».

Η «επόμενη μέρα», σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Συνδέσμου Θεσσαλικών Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών έφερε πολλά προβλήματα και συνεχώς προκύπτουν καινούργια. «Η κυβέρνηση εξήγγειλε άμεσα μια πρώτη δέσμη μέτρων τα οποία όμως χρήζουν περαιτέρω εξειδίκευσης. Επίσης, πρέπει να υπάρξουν και άλλα, πιο ουσιώδη, που να καλύπτουν τις σημαντικές ανάγκες ρευστότητας των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί. Όσον αφορά στη θωράκιση των παραγωγικών επιχειρήσεων, δεν υπάρχει μεγαλύτερο κίνητρο από αυτό που ζήσαμε για να οργανωθούμε σαν Περιφέρεια και να υλοποιήσουμε τα τεχνικά εκείνα έργα που θα αποτρέψουν οποιαδήποτε καταστροφή από οποιοδήποτε καιρικό φαινόμενο στο μέλλον», λέει ο κ. Ρουπακιάς.
Τα ζητήματα αυτά είναι στο επίκεντρο των συζητήσεων που έχει ο ΣΘΕΒ με όλους τους αρμόδιους φορείς και έχουν διατυπωθεί ρητά στις παρεμβάσεις μας προς αρμόδια Υπουργεία. «Εμείς, ως βιομηχανικός φορέας, θεωρούμε ότι όλες οι προτάσεις και οι ενέργειες πρέπει να ενταχθούν σε ένα συνολικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης της Θεσσαλίας με όρους βιώσιμης ανάπτυξης και με τη συμμετοχή όλων των φορέων που μπορούν πραγματικά να βοηθήσουν», λέει ο κ. Ρουπακιάς.

Οι πληθωριστικές πιέσεις από τη μείωση των πρώτων υλών
Ο πρωτογενής τομέας παρέχει την πρώτη ύλη για τις επιχειρήσεις μεταποίησης τροφίμων και φυσικά υπάρχει μια άρρηκτη σύνδεση μεταξύ τους. Η απώλεια φυτικής παραγωγής και ζωικού κεφαλαίου σε τέτοιο μεγάλο βαθμό, αφήνει τη μεταποίηση μετέωρη με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εύρυθμη λειτουργία της και τα προβλήματα που ενδέχεται να βρει μπροστά της.
Η παραγωγή διαταράσσεται, χάνονται πωλήσεις και επομένως εισοδήματα. Ενδεχομένως κινδυνεύουν συμβόλαια που για τις εξαγωγικές βιομηχανίες είναι πολύ ασφυκτικά και άλλα πολλά. «Δημιουργούνται θέματα που μπορεί να οδηγήσουν σε μια πρόσκαιρη αδυναμία πληρωμών ή να θέσουν μια εταιρεία σε προβληματική τροχιά για χρόνια. Αν μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάξουμε και την περίπτωση να είχε και η ίδια η επιχείρηση ζημιές από τις πλημμύρες, τότε τα προαναφερθέντα προβλήματα αυξάνονται επαγωγικά», αναφέρει ο κ. Ρουπακιάς.
Σύφωνα με τον ίδιο, ενδέχεται να υπάρξουν και πληθωριστικές πιέσεις σε ορισμένα προϊόντα, ενώ τονίζει ότι υπάρχει έτσι και αλλιώς μεγάλο πρόβλημα πληθωρισμού στα τρόφιμα στην Ελλάδα, που προκαλείται από πολλούς άλλους παράγοντες. «Σε ένα περιβάλλον τιμών που δέχεται ήδη πολλές πιέσεις, αυτή η μεγάλη απώλεια εγχώριας παραγωγής λειτουργεί αθροιστικά στο όλο πρόβλημα», καταλήγει ο Γιώργος Ρουπακιάς.